H σημασία της έκστασης στη Φιλοσοφία του Πλωτίνου.


«Πόσο αδύναμη είναι πραγματικά η λογική μπροστά στην έξαλλη και ακατανίκητη δύναμη της ψυχής και της φαντασίωσης».Με το Νεοπλατωνισμό αρχίζει μία συστηματική  προσπάθεια από τους  φιλοσόφους να εντοπισθεί και να προσδιορισθεί το ευρισκόμενο μέσα στον άνθρωπο εσωτερικό δέσιμο με το θείο,με το Έν.Δεν ομιλεί μόνον η θρησκεία περί του θεού, όλα ομιλούν περί του θεού, ο νούς ομιλεί περί του θεού, άρα η έκσταση παίρνει τα σκήπτρα της ένωσης από τη θρησκεία και τα προσφέρει στην εσωτερική νοητή φώτιση του ανθρώπου. H έκσταση ως εν δυνάμει έννοια καταδεικνύει κάτι το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αντιθρησκευτικό,κάτι το οποίο σαφώς και διαχωρίζει το Νεοπλατωνισμό από κάθε είδους θρησκεία. Ο άνθρωπος είναι σύνολο δυνάμεων και ενεργειών, αν θέλουμε να ομιλήσουμε με Πλωτινικούς όρους ο άνθρωπος είναι απορρέουσες εκ του Νοός δυνάμεις. Η έκσταση-σε μία απλή θεώρηση αυτού του ωραίου γεγονότος – είναι η αντίστροφος δύναμη της απορροής η οποία εκκινεί εκ του Νοός. Ίσως δικαιώνει την Ηρακλείτειο παλίντονο αρμονία. Όπως ο Νούς κινείται προς τον άνθρωπο και εκχειλίζει προς αυτόν τις εσωτερικές του δυνάμεις , παρομοίως ο άνθρωπος ενθυμείται αυτή την πρώτη δύναμη του Νοός και πέρα από το ενδιάμεσο της Ψυχής επιστρέφει νοερά στον πρώτο Νού. Η έκσταση υπενθυμίζει αυτή την εσωτερικότητα του ανθρώπου η οποία τόσο έχει λησμονηθεί λόγω της προσκόλλησης στον εξωτερικό τρόπο ζωής και εμπειρικής προσπέλασης του κόσμου και του εαυτού μας.
Ο Πλωτίνος στην πραγματεία του «Περί των τριών αρχικών υποστάσεων» ( Ενν,V,1) μεταβαίνει από την ανάλυση των συστατικών στοιχείων του κόσμου στο αξίωμα των τριών διαδοχικών, περισσότερο ενοποιημένων, της αληθινής ή απλά θεϊκής πραγματικότητας η οποία γύρω μας εκτυλίσσεται.Συζητούμε για τις τρείς πρωταρχικές υποστάσεις του Ενός, του Νοός και της Ψυχής.Είναι σημαντικό να καταδειχθεί το τεράστιο εύρος της αφαιρετικής δύναμης του Πλωτινικού Νοός. Μάλλον θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι η αναφορά των τριών αρχικών υποστάσεων εκ μέρους του φιλοσόφου  αποτελεί μία πρώτη μορφή πνευματικής καθαρά έκστασης. Σε κάθε περίπτωση ως έκσταση καταλαβαίνουμε την αντίθετη κίνηση της γέννησης η οποία όμως επειδή ελέγχεται από το νού του ανθρώπου δεν  σχετίζεται με το θάνατο. Στην έκσταση λοιπόν το πνεύμα αναλύει το σώμα και εξερχόμενο αυτού το ελέγχει προκειμένου να επιστρέψει. Η αφαιρετική όμως σύλληψη των τριών αρχικών  υποστάσεων αποτελεί μία πρώτη μορφή έκστασης διότι χρειάζεται το πνεύμα να εξέλθει πράγματι του σώματος και του κόσμου προκειμένου να συλλάβει το Όντως Όν σε όλες του τις εκφάνσεις. Σε κάθε περίπτωση η επομένη έκσταση η πλήρης φυγή του πνεύματος και η ένωσή του με το  Είναι αποτελεί την κορύφωση της αφαιρετικής ικανότητος του φωτισμένου ανθρώπου. Θα πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι αποτελεί αξιοσημείωτο γεγονός ότι πρώτα ο  μύστης(στην περίπτωσή μας ο Πλωτίνος)ανακαλύπτει τις παραμέτρους του Όντος και έπειτα έρχεται σε έκσταση, στη φυγή προς το Έν(την πρωταρχική διάσταση του συστήματός του). Ίσως εμφωλεύει το προσωπικό στοιχεία,ίσως ο μύστης επιδιώκει  τη φυγή στο καταφύγιο το οποίο και κατασκεύασε. Υπάρχει άραγε έκσταση εις το απόλυτο άπειρο;

Η έννοια του ξένου στον Όμηρο.




Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Κύκλωπος Πολυφήμου στον Οδυσσέα και στους συντρόφους του όταν ξαφνικά εντελώς τους βλέπει μέσα στη  δική  του σπηλιά: «(ι,252-255) : «Ποιοι είστε ορέ ξένοι/και από  πού στης θάλασσας τους δρόμους γυρνάτε;/Μήνα για δουλειές ή πάτε έτσι στην τύχη;/όπως οι κλέφτες που γυρνούν στα πέλαγα και φέρνουν /στους ξένους τόπους συμφορές και τη ζωή τους παίζουν;». Το όνομα ξείνος είναι χαρακτηριστικό ότι απαντάται στην Οδύσσει 70 φορές. Αυτό μάλλον δεν είναι τυχαίο για την εποχή που ανδρώθηκε ο Όμηρος δίδοντάς μας τα αθάνατα έπη του. Οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στη  θάλασσα, ζούσαν μέσα στους πολέμους, περνούσαν πολλές περιπέτειες και ήταν εύκολο να χάσουν σπίτι και πατρίδα, για λίγο ή για πολύ χρονικό διάστημα έχοντας την ανάγκη  μιάς φιλοξενίας. Ο Κύκλωπας όμως θέτει σε πολύ συγκεκριμένο νοηματικό πλαίσιο κάποιο «μέρος» της εννοίας του ξένου: Ο ξένος πολλές φορές ήταν  αυτός ο οποίος περιπλανάτο στις θάλασσες.Επίσης είναι αυτός ο οποίος φεύγει από τα δικά του μέρη για δουλειές.Παραδίδεται  όμως και ο έλλογος φόβος για όσους ξένους εκμεταλλεύονται την άγνοια των ανθρώπων που τους παρέχουν φιλοξενία και προκαλούν μεγάλα κακά σε αυτούς στο βιός τους και στους οικείους τους.
Δεν είναι τυχαίο μάλλον ότι ο Όμηρος βάζει στο στόμα του Κύκλωπα αυτά τα λόγια για τους ξένους. Ο Κύκλωπας συμβολίζει την μονοδιάστατη και άπειρο υλική ανθρώπινη δύναμη. Μόνον τέτοιες οντότητες είναι ικανές να αντιμετωπίσουν τους επιβλαβείς ξένους. Ας σκεφθούμε ότι ένας κανονικός και μέσος άνθρωπος δεν θα ομιλούσε παρόμοια σε εισβολείς ξένους της οικίας του. Διαβλέπουμε λοιπόν μία Ομηρική επιφυλακτικότητα απέναντι  στην έννοια του ξένου. Ο ξένος γενικά, ο ξένος χωρίς χαρακτηριστικά, μπορεί να   είναι καλός μπορεί να είναι και κακός. Μπορεί να προκαλέσει χαρές στο σπίτι εις το οποίο θα φιλοξενηθεί μπορεί όμως και να φέρει ανήκεστα κακά και  συμφορές. Σε εποχές όμως όπως οι Ομηρικές, στις οποίες οι άνθρωποι ζούσαν τη χαρά της φύσης και του παγανιστικού τρόπου ζωής, οι κύριοι του σπιτιού θα έπρεπε να προσφέρουν στο φιλοξενούμενο τα αγαθά της φύσης. Το γάλα, το κρέας, το νερό, το κρασί, την ψυχική χαρά,τη νοητική ησυχία, την πρακτική ξεκούραση. Συζητούμε για εποχές όπου οι άνθρωποι ζούσαν σε αγαστή ισορροπία με τη φύση. Ο Κύκλωπας μπορεί να διαχειρισθεί τον κακό και εχθρικό ξένο,όχι όμως ο κοινός θνητός. Γι αυτό  το λόγο ο ξένος θα πρέπει να ήταν σίγουρο ότι θα έφερνε ευ-χαρίστηση,ευ-γνωμοσύνη και θα συνέβαλε στην ευεξία της πράξης φιλοξενίας.Οι ανθρώπινες σχέσεις στην εποχή  του Ομήρου,όπως όλες οι παγανιστικές φυσικές σχέσεις ήταν σχέσεις ουσίας και αληθείας.Οι άνθρωποι ζούσαν τον Άλλο όπως η Φύση τον Άνθρωπο. Έπρεπε λοιπόν ο Άλλος να άξιζε τα δώρα του φιλοξενούντος,ο φιλοξενούμενος θα έπρεπε να αξίζει τα καλά του δίδοντος τη φιλοξενία. Λόγω αυτής της αξιακής θεώρησης ο ξένος για τους Έλληνες (άρα ισχύει και στον Όμηρο) ήταν αυτός ο οποίος ή ενστερνιζόταν τα ίδια ιερά και όσια με αυτούς,ή τουλάχιστον ήταν σε θέση να σεβασθεί όσα ο Ομηρικός κόσμος είχε υιοθετήσει ως σοφά,σώφρονα και πρακτέα.

Από το Είναι του Μάρτιν Χάϊντεγγερ στο Εκεί-Είναι του Διονυσίου Σολωμού.


Στην «Εισαγωγή στη Μεταφυσική» ο Μάρτιν Χάϊντεγγερ επικέντρωσε την προσοχή του στο νόημα του πρώτου στασίμου της Αντιγόνης του Σοφοκλέους το οποίο και παρέθεσε σε δική του μετάφραση και διεξοδικό σχολιασμό. Θεωρούμε ότι ο σχολιασμός του σημαντικοτάτου και από φιλοσοφικής απόψεως στασίμου έχει σχέση με το πάντα επίκαιρο ερώτημα του φιλοσόφου του Μέλανος Δρυμού  «γιατί να είναι (υπάρχει) το όν και όχι το τίποτα;». Το σισσύφειο αιώνιο ερώτημα περί της σημαντικότητας του ανθρώπου με φόντο το Είναι και όχι την εργαλειακή κοινωνία του σήμερα επανέρχεται. Ως εργαλείο του Ώδε-Είναι , ως μέριμνα έχει αξία ο άνθρωπος, αυτός που είναι ο «φοβερώτερος από όλα τα φοβερά όντα». Ίσως ο Γερμανός σοφός ψάχνει τους τρόπους αυτό το δεινό όν, τον άνθρωπο, να τον μετατρέψει σε χρήσιμο εργαλείο μέριμνας για το Είναι, δίνοντάς του ανώτερο οντολογικό σκοπό και προοπτική.
Ο σοφός Σολωμός εκκινεί –από άλλο ίσως μετερίζι- και αυτός από την ανθρώπινη δεινότητα. Και για το Σολωμό ο άνθρωπος είναι το φοβερώτερο από όλα τα όντα: «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει/λαλεί πουλί,παίρνει σπυρί και η  μάνα το ζηλεύει». Ο άνθρωπος ευρίσκεται σε μηδενικό (έσχατο ) σημείο λόγω της φύσης του. Μιάς φύσης τόσο αντιφατικής. Η σύγκριση με τα πετεινά(η οποία μας φέρει στο νού τον ύμνο στην ελευθερία των πτηνών του Ιησού «βλέπετε τα πουλιά, πάντα πετούν και πάντα βρίσκουν ό,τι θέλουν») είναι  δηλωτική για το φοβερό όν , τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος του Σολωμού, όπως και του Χάϊντεγγερ, όπως αναλύεται και στο στάσιμο της Αντιγόνης(πολλά τα δεινά κουδέν δεινότερον ανθρώπου μέλει») είναι σύνθεση του χάους και του πολιτισμού. Ο Σολωμός αρχίζει τους «Ελευθέρους Πολιορκημένους» όπως και ο Χαϊντεγγεριανός Σοφοκλής: ο άνθρωπος είναι φοβερός διότι μπορεί να μεταφέρει επί της γής όλη την σκληρή κατάσταση του χάους, αλλά να την κερδίσει. Μπορεί να φέρει επί της γής όλη τη χαοτική  κατάσταση του αβυσσαλέου απείρου. Λοιμούς, γίγαντες, λιμούς, τιτάνες, πολέμους και καταστροφές.Όμως μέσα από το Λόγο (το κυριότερο υπαρξιακό επί της γής χαρακτηριστικό) να επικρατήσει στο Ώδε-Είναι και να δημιουργήσει μία ανεκτή  ζωή. Εκεί, πέρα από την καταστροφή ο Σολωμός βλέπει να ανοίγεται το Είναι του Λόγου και της δημιουργικής φύσης του ανθρώπου: « Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε/και άσα άνθια βγαίνουν και καρποί τόσα άρματα σε κλειούνε». Είναι στερρά πίστη του Χάϊντεγγερ ότι τα όντα μετατρέπονται σε αντικείμενα τα οποία  μπορούν να χειραγωγηθούν και να χρησιμοποιηθούν κατά βούληση από τον άνθρωπο. Η διαλεκτική της χαράς  και του πόνου συναντάται ως διαλεκτική της ύπαρξης και στο Σολωμό και στον Χάϊντεγγερ, ουσιαστικά είναι διαλεκτική κίνησης από τον τόπο της λύπης στον τόπο της χαράς. Η υπαρξιακή κίνηση επιτυγχάνεται όχι με τα  άκρα αλλά με νόηση βούληση και πίστη. Ο Απρίλης του Σολωμού , αυτή η προσωποποίηση της Ελληνικής Άνοιξης , ο μήνας που φέρει τον Έρωτα και τη Ζωή , η νοητή πατρίδα του Είναι, εμφανίζεται ως ένα Εκεί – Είναι στο Σολωμό.