Ιουλιανός ο Έλλην.


Eάν υπάρχει ένα προσωνύμιο το οποίο και ταιριάζει στον Ιουλιανό αυτό δεν είναι βέβαια το «παραβάτης» αλλά το «Έλλην».Ο Ιουλιανός (Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός)ήταν αυτοκράτορας κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, λαμπρός Έλλην φιλόσοφος και συγγραφέας στην Ελληνική Γλώσσα. Αναφέρει χαρακτηριστικά γι αυτόν ο Ζώσιμος στην ιστορία του «Φλωρεντίω της αυλής εν τοις υπέρ τας Άλπεις έθνεσιν υπάρχω γενομένω κατά τους χρόνους εν οις Ιουλιανός ο Μέγας την του Καίσαρος είχε τιμήν». Παραθέτουμε αυτό το χωρίο προκειμένου να υπενθυμίσουμε  ότι ήδη εκλήθη ο Ιουλιανός Μέγας και για όσα έπραξε αλλά και για όσα εφιλοσόφησε. Θεωρούμε ότι η Εκκλησία του προσέδωσε το προσωνύμιο «παραβάτης» (εάν του το έδωσε) διότι βέβαια ήταν ο μόνος Εθνικός αυτοκράτορας στη μακραίωνη ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η προσπάθεια συνταύτισης της ιστορίας του Βυζαντίου με το χριστιανικό του χαρακτήρα αποτελεί ίσως την πρώτη προσπάθεια ταύτισης της πολιτικής και θρησκευτικής ταυτότητας μιάς αυτοκρατορίας,μιάς πολιτείας. Ποτέ έως εκείνη τη στιγμή δεν είχε υπάρξει συνειδητή προσπάθεια επιβολής θρησκευτικής ταυτότητας στους κατοίκους πόλεων και αυτοκρατοριών. Το Βυζάντιο για πρώτη φορά στην παγκόσμιο ιστορία(προλογίζοντας ίσως τον Λεβιάθαν του Χόμπς)  προσπαθεί να συνταιριάξει και να προκαθορίσει την πολιτική και θρησκευτική ταυτότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας.Ο Βυζαντινός υπήκοος θα πρέπει να είναι και χριστιανός. Σε κάθε περίπτωση δεν αντιλέγουμε ότι πάντα στον ρούν της ιστορίας οι εξουσιαστές προσπαθούσαν και θα προσπαθούν να ελέγξουν το θρησκευτικό αίσθημα των λαών που εξουσιάζουν. Πολλά τα παραδείγματα από τις αυτοκρατορίες της Παλαιάς Διαθήκης, έως τις αυτοκρατορίες των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όμως το πείραμα του Βυζαντίου διεκδικεί την παγκόσμιο πρωτοτυπία. Για πρώτη φορά έγινε συνειδητή εκπαιδευτική προσπάθεια οι άνθρωποι να ενωθούν ενώπιον ενός συγκεκριμένου προσωπικού θεού, διαλύοντας την απειρία και την ελευθερία του σκέπτεσθαι οντολογικώς σύμφωνα με τον Ελληνικό Λόγο.Για πρώτη φορά έγινε συνειδητή προσπάθεια οι άνθρωποι να ενωθούν νοητικά άρα και ηθικά έναντι του προσωπικού θεού της Καινής Διαθήκης, καταρρίπτοντας ολόκληρο τον τρόπο σκέψης της ελευθέρας και οντολογικής σκέψης των Ελλήνων οι οποίοι ποτέ δεν προσπάθησαν να προσωποποιήσουν και να ηθικοποιήσουν και να λατρέψουν κανένα θεό, ατενίζοντας και περνώντας γνωσιολογικά ευχάριστα παρατηρώντας το άπειρο. Από αυτό μάλλον το σημείο εκκινεί η αντιδραστικότητα του Ιουλιανού στην εκχριστιανοποίηση του Βυζαντίου.
Ο Έλλην αυτοκράτορας σε καμμία των περιπτώσεων δεν θέλει να χαθεί η οντολογική και υπερηθική προσπέλασε επί των πραγμάτων του Ελληνικού λόγου και τρόπου ζωής. Ο Ιουλιανός επιθυμεί τη φυσική(παγανιστική εάν επιθυμούμε) βιωματικότητα, διότι δεν θέλει να κλείσει την οντολογική  εσωτερικότητα, αυτή που συνεχώς φέρει νέες εικόνες των όντων, νέες συλλήψεις του απείρου, καμμία ηθική δέσμευση, καμμία λατρειοποίηση κανενός, κρατεί μάλιστα συνεχώς και έλλογα όρθιο τον άνθρωπο προσδιορίζοντάς τον εντός του απείρου σύμπαντος, χωρίς να  του προσδίδει τις εύκολες λύσεις δημιουργών και σωτήρων δήθεν των ψυχών.Μέσα στο  Όν( ας θυμηθούμε τον Ηράκλειτο ο οποίος ανεφώνησε (μαζί με τον Πρωταγόρα ότι αυτόν τον  κόσμο ούτε θεός ούτε άνθρωπος δεν τον έφτιαξε, υπήρξε εποχή όπου ούτε θεός ούτε άνθρωπος υπήρξε)κανείς δεν είναι αμαρτωλός, κανείς δεν χάνεται, όλα αποκαθίστανται και είναι καλά. Αναφέρει στο έργο του «Κατά χριστιανών» : «Το ότι η συνείδηση της ύπαρξης του Θεού δεν είναι κάτι που διδάσκεται αλλά την έχουν οι άνθρωποι από φυσικού τους το αποδεικνύει πρώτα πρώτα ο κοινός σε όλους  τους ανθρώπους ζήλος για το θείο και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο είτε ατομικά είτε σε εθνικό επίπεδο.Γιατί όλοι χωρίς να το έχουμε διδαχθεί πιστέψαμε σε κάποια θεία δύναμη την ακριβή φύση της οποίας δεν είναι εύκολο να τη γνωρίζουν όλοι αλλά ούτε και όσοι την  γνωρίζουν είναι δυνατόν να ομιλήσουν γι αυτή σε όλους».
Ο Ιουλιανός καταδεικνύει σε αυτό το σημείο όλο το εύρος της  αντιμαχίας του με τους χριστιανούς και την κρατικοποίηση(ιδρυματοποίηση θα έλεγε ο Κίρκεγγωρ) του πιο ιερού πράγματος, της θρησκείας. Η εσωτερικότητα που ενώνει τον άνθρωπο με το θείο στο κράτος του χριστιανικού Βυζαντίου καταργείται και καθίσταται μία εξωτερικότητα νόμων, εξωτερικής ηθικής και εξουσιαστικών παιχνιδιών. Η απειρία του οντολογικού λόγου, η οποία κρατεί ελεύθερο και οντολογικά ανοικτό τον  ανθρώπινο νού εξαφανίζεται στο κράτος της χριστιανικής εξουσίας εκεί όπου ο δογματικός λόγος και οι οικουμενικές σύνοδοι προσπαθούν να φυλακίσουν ή τουλάχιστον να περιορίσουν την απειρία του ανθρώπινου οντολογικού λόγου. Η προσπάθεια του Ιουλιανού δεν είναι τόσο η επιστροφή σε παρωχημένες θρησκευτικές πρακτικές (όπως αφελώς ισχυρίζονται όσοι παραθέτουν το απόσπασμα της απαντήσεως της Πυθίας). Όπως φαίνεται και στο παραπάνω μικρό απόσπασμα ο Ιουλιανός προσπάθησε να διατηρήσει  τον οντολογικό λόγο, την απειρία του ανθρωπίνου νοός όπως αυτός αναλύθηκε από τον Ξενοφάνη και τον Αναξαγόρα. Ο Έλλην αυτοκράτωρ προσπάθησε να κρατήσει την αυτοκρατορία ανοικτή στον άνθρωπο που δεν περιορίζεται σε ένα θεό, σε ένα συγκεκριμένο θεό, σε μία κλειστή ηθική, σε ένα τρόπο ζωής κατευθυνόμενο. Ο Ιουλιανός είναι η ζωή που θα ανοιχθεί και πάλι μπροστά μας όταν εξαφανισθεί η προβλέψιμη και κατευθυνόμενη ζωή που δημιουργήσαμε, όταν ο άνθρωπος ξαναθυμηθεί την απειρία του Είναι.
Στο αναφερθέν έργο του (Κατά χριστιανών) ο λόγος του Ιουλιανού μας θυμίζει την βουλησιοκρατία του Σοπενάουερ ίσως και την λανθάνουσα βουλησιοκρατία η οποία υποφώσκει στο έργο του Χάϊντεγγερ. Ειδικά στο σημείο που αντιπαραθέτει το Μωϋσή με τον Πλάτωνα καταλαβαίνουμε τον κόσμο που αντιπροσωπεύει ο Ιουλιανός και τον κόσμο που αντιμάχεται( σε καμμία των περιπτώσεων  δεν φαίνεται να είναι σωστό αυτό το οποίο ευρέως διαδίδεται ότι δηλαδή ο Ιουλιανός προσπάθησε να επαναφέρει την πατρώα θρησκεία, ο Έλλην αυτός αυτοκράτωρ προσπάθησε να κρατήσει άσβεστη την εσωτερικότητα αυτή που συνδέει τον άνθρωπο με τον οντολογικό χαώδη τρόπο σκέψης και πράξης προκειμένου να μη συμβεί αυτό το οποίο σήμερα συνέβη. Ο άνθρωπος να υποδουλωθεί σε μία υλική και μαζοποιητική ζωή, ανίκανος να συνδεθεί με τις εσωτερικές λύσεις που αντιπροσωπεύει. Αναφέρεται λοιπόν : «Για την άβυσσο ή το σκοτάδι ή το νερό δεν λέει πουθενά ο Μωϋσής ότι τα δημιούργησε ο Θεός(παρατήρηση δική μας: στο Σοφιστή ειδικά ο Πλάτων, ο Έλλην Πλάτων θέτει ανοικτά  το ερώτημα περί του μη  όντος διότι θέλει τον άνθρωπο ανοικτό σε όλο το εύρος του Οντικού Είναι και δεν επιθυμεί να τον κλείσει σε ένα κόσμο απλής διαμάχης καλού και κακού εις τον οποίο απλά ο καλός χριστιανός θα κερδίζει την αιωνιότητα, τέτοιο ξεγέλασμα του όντος δεν είναι ανεκτό από τον Ιουλιανό)…Ο Πλάτων όμως αναφέρει ολόκληρος ο ουρανός ή  ο κόσμος-και αν ταιριάζει ας τον λέμε με άλλο όνομα υπήρχε ανέκαθεν χωρίς κάποια αρχική στιγμή γέννησης». Ο Ιουλιανός σε αυτό το σημείο διαφωνεί  με το δημιουργό θεό,ίσως έχει στο μυαλό του ότι αυτό το προσαρμοσμένο μοντέλο θεού, το τόσο απλοποιημένο θα γεννήσει και απλά εξουσιαστικά ανθρώπινα πολιτειακά μοντέλα ανθρώπινης  εξουσιαστικότητας. Αυτό μάλιστα συνέβη στο βυζάντιο όπου ο αυτοκράτορας παρουσιάζει επί των ανθρώπων υπηκόων του mutatis mutandis όλες εκείνες τις χάρες και τα δικαιώματα του δημιουργού θεού.Επιθυμώντας ο Ιουλιανός τον  ανοικτό ουρανό της σκέψης, την μη υπαγωγή των πάντων σε ένα θεό, την μη απορρόφηση των ανθρώπων στο μοντέλο του θεανθρώπου προκειμένου ο άνθρωπος να κρατείται σε επαφή με το Είναι ως κάτι  το απρόσωπο ουσιαστικά θέλει να συνεισφέρει σε ένα κόσμο που θα κατευθύνει τους ανθρώπους προς το Είναι και όχι προς ένα κόσμο πολιτικής κλειστότητας.
Συνεχίζοντας ρητά αναφέρει: «άκου λοιπόν τώρα τι λέει ο Πλάτων για τον κόσμο : «…για να είναι λοιπόν θνητά και αφ΄ετέρου για να έχει πληρότητα όλο αυτό το σύμπαν στραφείτε εσείς όπως είναι στη φύση σας στη δημιουργία των ζωντανών όντων μιμούμενοι τη δύναμη που άσκησα εγώ την ώρα της δημιουργίας σας.Και  όσα από τα ζωντανά αξίζουν να είναι συνώνυμα με τους αθανάτους και ονομάζονται θεία και καθοδηγούν αυτά  που θέλουν να υπακούν στο δίκαιο σε εσάς θα τα παραδώσω εγώ αφού κάνω την αρχή και τα σπείρω». Ο Ιουλιανός ζεί νοερά σε μία εποχή  όπου ο θεός είναι απλά ο διαχειριστής της οντολογικής δύναμης που του παραδόθηκε από ανώτερες οντολογικά δυνάμεις οι  οποίες κατασυκοφαντήθηκαν ως εωσφόροι. Ζεί σε μία εποχή όπου δεν υπάρχει καλό ή κακό αλλά ανακατανομή οντολογικών δυνάμεων πέρα από το καλό και το κακό. Σε μία εποχή όπου όλα είναι γνώση και βούληση, απουσιάζει η πίστη διότι ο άνθρωπος γίνεται κοινωνός και πείθεται οντολογικά ζώντας το μεγαλείο του όντος.Η απορρόφηση του ανθρώπου εντός του Είναι καθιστά περιττή την ίδρυση της θρησκείας, κρατεί τον άνθρωπο ανοικτό στη μεγάλη θρησκεία η  οποία Είναι εν στιγμή του Όντος. Γι αυτό ο Ιουλιανός αντέδρασε σε όλο αυτό το κρατικό διακύβευμα εγκλωβισμού και διαστασιακού εγκλεισμού του ανθρώπου.
 Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο Ιουλιανός σηματοδοτεί τη διαμάχη δύο κόσμων, δύο τεράστιων οντολογικών και όχι απλά ιστορικών οδών. Από την μία πλευρά υπήρξε η υπερκοσμική πορεία του ελευθέρου ελλόγου ανθρώπου όπως αυτός αντιπροσωπεύθηκε στα γραπτά των Ελλήνων φιλοσόφων. Ο Άνθρωπος που δεν θέλει να κλεισθεί στον κόσμο αυτόν, δεν θέλει να νοιώσει περισσότερο άνθρωπος από όσο η μορφή και το είδος του υπαγορεύουν, δεν επιθυμεί να υποταχθεί σε θεό δημιουργό και σωτήρα. Αυτός ο άνθρωπος θεάται του υπερκόσμου, του κόσμου ο οποίος είναι άπειρες δυνάμεις και ενέργειες πέρα από τις ανθρώπινες συλλήψεις. Αυτός ο άνθρωπος είναι το Είναι διότι ζει και υπάρχει ως εσωτερικότητα ικανή ανά πάσα στιγμή να αλληλοπεριχωρηθεί στο χάος. Δεν έχει αξία επειδή πιστεύει ή πράττει το καλό, αλλά επειδή ανά πάσα στιγμή μπορεί να φύγει από το Ώδε-Είναι επιστρέφοντας στην μεγάλη  Πατρίδα του Είναι Απείρου. Το Βυζάντιο όμως των χριστιανών αντιπροσώπευσε τον άλλο δρόμο, αυτόν που τόσο πολέμησε ο Ιουλιανός. Αυτός ο  κόσμος είναι δημιούργημα, είναι χαρά θεού,ο άνθρωπος είναι όσα σκέφτεται και επιβάλλει στην πράξη ο δημιουργός, ο άνθρωπος είναι άθυρμα θεού κοινωνίας και νόμου. Το χριστιανικό βυζάντιο αποτελεί το πρώτο μεγάλο πείραμα ο άνθρωπος να ελεγχθεί χάνοντας την οντολογική του απειρία, κάτι που ολοκληρώθηκε με την επιστήμη και την  αποθέωση του υλισμού και της τεχνολογίας, καθώς και τη δόμηση της υλικής  κοινωνίας.
Ας υπενθυμίσουμε και μόνο τα μέτρα που έλαβε ο Κωνστάντιος ο Β΄ ο οποίος εμφανώς υπεστήριξε τον χριστιανισμό και μάλιστα την ακραία αρειανική  εκδοχή του. Έχοντας κοντά του τον Ευέβιο της Νικομηδείας πολέμησε με πάθος τη χριστιανική ορθοδοξία( άρα είναι λάθος να παρουσιάζεται ο Ιουλιανός ως ο μόνος εχθρός της ορθοδοξίας, η επιβολή της αρειανικής πλευράς του χριστιανισμού καταδεικνύει την προσπάθεια κάποιων να μην κλεισθεί ο θεός στα στενά πλαίσια μίας αρμονικής δογματικής η  οποία εφησυχάζει το νού αλλά αφαιρεί την απειρία και την οντολογικότητα από την έννοια του θεού, ίσως δεν είναι και τυχαίο ότι ο Ιουλιανός ήλθε μετά από αυτόν τον αυτοκράτορα). Σε  μία λοιπόν νέα σύνοδο που συγκάλεσε στο Ρίμινο και στο Αριμίνο ανακηρύχθηκε ο Αρειανισμός ως το επίσημο δόγμα της αυτοκρατορίας.Ο Κωνστάντιος εξέδωσε διατάγματα σύμφωνα με τα οποία υποβαθμιζόταν η ελληνορωμαϊκή  αστική λατρεία την οποία και εξαφάνιζε από το κράτος και  τις πρακτικές του. Χαρακτηριστικό είναι το διάταγμα το οποίο και ανέφερε πώς έπρεπε “να παύσουν όλες οι δεισιδαιμονίες και να ξεριζωθεί η ανισορροπία των θυσιών». Σταδιακά απέσυρε την κρατική χρηματοδότηση από τις επίσημες τελετουργίες της παραδοσιακής πατρώας θρησκείας, αν και ουδέποτε τις διέκοψε οριστικά. Με διάταγμά του επίσης επέτρεψε το κλείσιμο των Ελληνικών Ναών, επέτρεψε μόνον τους χριστιανικούς, ειδικά στην υπαρχία της Ανατολής,διέταξε επίσης την απαγόρευση επί ποινής θανάτου και κατάσχεσης της προσωπικής περιουσίας την προσφορά θυσιών σε θεούς. Ήταν η εποχή κατά την οποία η φιλυποψία του Κωνστάντιου του Β΄άρχισε να αποκτά διαστάσεις μανίας και εκδικητικότητας. Οι αμέτρητοι μυστικοί αστυνομικοί του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος επωφελήθηκαν από αυτή την κατάσταση προκειμένου να καταστρέψουν την σταδιοδρομία ανθρώπων που δεν ήταν αρεστοί στην αυλή. Aρκούσε να κατηγορηθεί κάποιος ως Έλλην το θρήσκευμα προκειμένου να συρθεί στα όργανα του αυτοκράτορος και βέβαια στην απαξίωση και τελικά στο θάνατο. Όλα αυτά είχαν σε  κάθε περίπτωση σχέση με τις δεισιδαιμονίες του ιδίου   του αυτοκράτορος o oποίος έτρεμε στην ιδέα ότι  κάποιος ή κάποιοι θα μπορούσαν με χρησμό να μάθουν τη μέρα του θανάτου του ή κάποιων άλλων γεγονότων. Τον τρόμο αυτόν φρόντιζαν να τον  καλλιεργούν κόλακες οι οποίοι  με αυτόν τον  τρόπο προσπαθούσαν να κρατούν τον αυτοκράτορα δέσμιο των φόβων του και των ορέξεών τους. Ο Ιουλιανός λοιπόν δεν προσπάθησε απλά να επαναφέρει την πατρώα θρησκεία ως τέτοια. Ο Έλλην αυτοκράτωρ διείδε την υποταγή της αυτοκρατορίας που εστηρίχθη στον Ελληνικό Λόγο( ο οποίος είχε ήδη κατακτήσει τους Ρωμαίους σύμφωνα και με τις ρήσεις μεγάλων πνευματικών τους εκπροσώπων από τον Κικέρωνα έως το Σενέκα) σε αλλότρια δόγματα και τρόπους ζωής οι οποίοι θα οδηγούσαν το κράτος της Πόλης στην παρακμή. Ο Ιουλιανός προσπάθησε να επαναφέρει την αγάπη για τον ανώτερο κόσμο του Όντος, τη γνώση, την αυτογνωσία, την ελευθεριακή εσωτερική ενατένιση του Είναι πέρα από φόβους και δεισιδαιμονίες.Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν ουτοπικό το διάβημά του, ποτέ η επαναφορά του Λόγου και του ανωτέρου τρόπου γνώσης και βιώματος δεν είναι ουτοπική. Η επαναφορά του Σωκρατικού Λόγου της υπερήφανης οντολογικής ματιάς δεν είναι ανεδαφική. Απλά ως φαίνεται η εξουσιαστικότητα της εποχής χρειαζόταν τις θρησκείες της εποχής διότι η έννοια της λατρείας και της πίστης οδηγούσε σε μία ελεγξιμότητα των μαζών και σε ένα μοντέλο εξουσίας ξένο προς τον Ελληνικό τρόπο του ζήν και του πολιτεύεσθαι. Σε κάθε  περίπτωση οι  μεγάλες αυτοκρατορίες δεν ευνοούσαν την εκλεπτυσμένη Ελληνική Πολιτεία, οι αχανείς μάζες είχε έλθει η εποχή να υποταχθούν σε ένα μοντέλο εξουσίας στηριζόμενο στην αποκεκαλυμμένη πίστη και όχι στον αποδεδειγμένο Λόγο, στη λατρεία και όχι στην ερμηνεία, στην ηθική και όχι στην απειρία του Λόγου. Ο Ιουλιανός αντιπροσωπεύει την επομένη κατάσταση αυτού του κόσμου, ήταν απολύτως λογικό να προσπαθήσει να επαναφέρει το μοντέλο της λογικής ζωής, όμως είναι φανερό ότι σήμερα μέσα από μία εποχή  ύλης και μαζοποίησης που ζούμε και υφιστάμεθα ίσως είναι πιο πολύ εφικτή η πορεία προς τον κόσμο που τότε ονειρεύθηκε ο σοφός αυτός Έλλην.
Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του στην Επιστολή 42 : «…οι δικοί σας νόμοι σας απαγορεύουν να τρώτε από τα ζώα που θυσιάζονται.Εγώ όμως θα προτιμούσα να ξαναγεννηθεί όπως θα λέγατε και εσείς και η ακοή και η γλώσσα σας…Ιδού λοιπόν ο νέος νόμος που ισχύει και για τους καθηγητές και για τους διδασκάλους.Κανένας νέος που θέλει να φοιτήσει δεν θα αποκλείεται. Δεν θα  ήταν ούτε λογικό ούτε δίκαιο να κλείσω το δρόμο σε παιδιά που ακόμη δεν  γνωρίζουν τι κατεύθυνση να ακολουθήσουν, από φόβο μήπως τα σπρώξω προς τα πατροπαράδοτα χωρίς να το θέλουν, παρόλο που θα ήταν δίκαιο όπως τους τρελλούς,  παρομοίως και αυτούς να τους θεραπεύουμε παρά τη θέλησή τους. Πιστεύω όμως πώς τους ανοήτους πρέπει να τους διδάσκεις και όχι να τους τιμωρείς». Εάν τη λέξη «ανόητος» την εννοεί καθαρά ετυμολογικά τότε καταλαβαίνουμε ότι ο Ιουλιανός πολέμησε για τον επανερχομό ενός άλλου προϋπάρχοντος ελλόγου κόσμου ο οποίος κατέρρεε (σύμφωνα με τον Έλληνα αυτοκράτορα) στη χριστιανική βυζαντινή αυτοκρατορία. Το όλο θέμα, όπως και πάλι τονίσαμε, αναπτύσσεται πολύ παραπέρα από την απλή και αόριστη επιστροφή του Ελληνικού κόσμου. Η κουλτούρα που κάποιος θεωρεί ότι είναι ελλόγως σωτηριώδης ποτέ δεν είναι αναχρονιστική, αναχρονιστικές είναι οι συνθήκες του κόσμου και του ανθρώπου οι οποίες αναγκάζουν αυτή την κουλτούρα να περιμένει. Σύμφωνα με τα γραπτά του Ιουλιανού τρία είναι τα κομμάτια της πατρώας κουλτούρας που προσπάθησε να επαναφέρει:
1. Η λογική εκτίμηση του κόσμου και του ανθρώπου εκ μέρους των ανθρώπων της εποχής του.
2.Η επαναφορά του αγαθού της γνώσης ως υψίστης ανθρωπίνης νοητικής διεργασίας ενάντια σε κάθε μορφή αφελούς λατρείας.
3. Η Πολιτεία που στηρίζεται σε γνωστικούς και ενσυνειδήτους ανθρώπους στηριζομένους στο Λόγο και στη βαθυτέρα εσωτερική γνώση που ελλοχεύει ενδιαθέτως σε κάθε άνθρωπο.
Οι Θεοί για τον Ιουλιανό μάλλον αντιπροσωπεύουν δυνάμεις γνώσης και αυτογνωσίας, συμπαντικού και οντολογικού προσανατολισμού. Στο «κατά χριστιανών» με σαφήνεια μας αναφέρει: «Ο Πλάτων ονομάζει θεούς αυτά που φαίνονται δηλαδή τον ήλιο και τη σελήνη τα άστρα και τον ουρανό.Αυτά όμως δεν είναι παρά το απείκασμα αυτών που δεν φαίνονται.Ο ήλιος που βλέπουμε είναι απείκασμα του νοητού αυτού που δεν είναι ορατός. Και επίσης η ορατή για τα μάτια μας σελήνη και το καθένα από τα αστέρια είναι ομοιώματα των νοητών. Ο Πλάτων λοιπόν γνωρίζει ότι εκείνοι οι νοητοί και αφανείς θεοί ενυπάρχουν και συνυπάρχουν με τον δημιουργό και γεννήθηκαν και προήλθαν από τον ίδιο.Εύλογα λοιπόν ο δημιουργός στον Πλάτωνα λέει θεοί όταν μιλάει για τους αοράτους και παιδιά θεών  όταν  μιλάει για τους ορατούς.» Σε κάθε περίπτωση ο Έλλην Ιουλιανός αρνείται να προχωρήσει στη χριστιανική πλήρη προσωποποίηση του παντός, και με βάση  το του Θαλού « τα πάντα πλήρη θεών εστί» πανθεϊστικά και πνευματικά προσπαθεί να κρατήσει οντολογικά ανοικτή την έννοια του θείου. Μάλλον συζητεί για  θείο παρά για θεό.Για έννοια θεϊκή παρά για πρόσωπο θεϊκό. Με αυτόν  τον τρόπο ο θεός δεν κλείνεται άρα και ο άνθρωπος ελευθερώνεται διότι προσανατολίζεται με την δυναμική και άπειρο έννοια  του θείου  η  οποία  δεν κλείνεται σε κανένα πρόσωπο αυτοκράτορος, σε καμμία ηθική, σε κανένα ιδρυματοποιημένο μοντέλο.
Η  πανθεϊστική προσέγγιση του παντός καθιερώνει και το ανθρώπινο μοντέλο στον Ιουλιανό.Ο κάθε άνθρωπος και το έθνος εις το οποίο ανήκει επηρεάζεται από το πλήθος των θεών οι οποίοι είναι διάσπαρτοι στο σύμπαν και στον κόσμο. Αυτό έχει ξεχωριστή  σημασία. Ο άνθρωπος δεν  είναι κάτι  το προβλέψιμο και κάτων από τη σκέπη της οντολογικής ελευθερίας συζητούμε για κλιμακωτά μοντέλα ανθρώπων, τόσα όσες είναι οι δυνάμεις του όντος. Ενός όντος που δημιουργεί έως το σημείο εξάντλησης των δυνάμεών του. Σε κάθε περίπτωση  ο Ιουλιανός δεν συνεφώνησε στο ένα θρήσκευμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας το οποίο παράγει ένα και μόνο μοντέλο ανθρώπου ενάντια στην οντολογική ποικιλία των πολλών θεών οι οποίοι αντιπροσωπεύουν ανθρώπινες δυνάμεις και ενέργειες. Ο κόσμος του Ιουλιανού-μας θυμίζει σε πολλά τον κόσμο του Ηρακλείτου- είναι κατά προτύπωση του κόσμου του Είναι. Η  ποικιλία των δυνάμεων και των οντολογικών ενεργειών αντιπροσωπεύεται από τους πολλούς θεούς(δυνάμεις και ενέργειες) οι οποίοι επηρεάζουν τα πολλά μοντέλα ανθρώπων, οι οποίοι όμως άνθρωποι ενωμένοι με την οντολογική εσωτερικότητα έχουν κοινό σκοπό και ενδελέχεια. Αναφέρει στο «κατά χριστιανών» : « Πλάι σε αυτά εξετάστε τώρα τα δικά μας. Οι δικοί μας φιλόσοφοι λένε ότι ο δημιουργός είναι πατέρας όλων και κοινός βασιλεύς και ότι ανέθεσε όλα τα υπόλοιπα σε θεούς εθνάρχες και πολιούχους καθένας εκ των οποίων κηδεμονεύει το δικό του κλήρο με το δικό του τρόπο. Έτσι λοιπόν επειδή για τον πατέρα τα πάντα είναι τέλεια και τα πάντα ένα ενώ στον κάθε θεό χωριστά υπερτερεί μία διαφορετική ικανότητα ο Άρης κηδεμονεύει τα πολεμικά έθνη η Αθηνά τα πολεμικά που διαθέτουν και φρόνηση ο Ερμής τα συνετότερα παρά τα τολμηρότερα».
Ο κόσμος του Ιουλιανού είναι ο οντολογικός κόσμος του Ελληνικού Είναι, ο οποίος αρνείται να κλεισθεί στις συνισταμένες του δημιουργού και του προβλεψίμου ανθρώπου του ήθους, του νόμου,του καλού και του κακού.  Ο Ιουλιανός φαντάζεται έναν κόσμο κατά προτύπωση του Είναι,  δέχεται άφοβα όλες τις δυνάμεις θείες και ανθρώπινες οι οποίες συναποτελούν αυτόν τον κόσμο. Κάθε περιορισμός αυτού του κόσμου αποκρύπτει τις δυνάμεις και περιορίζει  και την ανθρώπινη εξέλιξη και  απειρία. Ο Ιουλιανός προσπάθησε να αναπτύξει τον άπειρο κοινό και εσωτερικό Λόγο ο οποίος πραγματικά ενώνει με βάση τις ήδη υπάρχουσες ενδιάθετες ιδέες και πράξεις οι οποίες δεν χρειάζονται δογματική και κάθε άλλου είδους καθοδήγηση. Εάν θέλαμε να αποδώσουμε την ειδοποιό διαφορά του Ιουλιανού και του κόσμου του σε σχέση με ό,τι προσπάθησε να αλλάξει θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι αυτή η διαφορά έγκειται στο ότι ο  Έλλην αυτοκράτωρ προσπάθησε να κρατήσει γεμάτο με νερό γνώσης την ανθρώπινη πηγή  του νοός, γνώσης αυθύπαρκτης, ενδιάθετης και εσωτερικής. Γνώσης που δεν επιβάλλεται μέσα  από οικουμενικές συνόδους, που δεν χρειάζεται την ευλογία των ισχυρών αλλά την απόδειξη  των ταπεινών και φωτισμένων φιλοσόφων του πνεύματος. Ο Ιουλιανός μας ξαναθύμισε τον  Έλληνα άνθρωπο της οντικής στιγμής, αυτόν τον οποίο το Είναι και το Γίγνεσθαι αρμονικά τον  χαρακτηρίζουν.

Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ.φιλοσοφίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου