Aπό το Νίτσε έως το Ντεριντά. Η δυνατότητα της υπεράνθρωπης αποδόμησης.


Πίσω από κάθε φιλοσοφία ευρίσκεται μία εποχή, μία ιδέα, μία έννοια. Λές και το σύμπαν,το Είναι είναι ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας,όλα υπακούουν,από την πρώτη ιδέα έως την τελευταία αξία που αυτή καταλήγει, σε ένα σχέδιο. Πίσω από κάθε φιλόσοφο πίσω από κάθε φιλοσοφία ενυπάρχει μία αρχική και τελική ιδέα η οποία χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία τη συγκεκριμένη και την εποχή της. Ο Νίτσε και ο Ντεριντά φαίνεται ότι συνδέονται διά μέσου μίας κεντρικής ιδέας  η οποία ικανώς αναπτύσσεται στα συστήματά των. Η ιδέα της αποδόμησης(αποσύνθεσης) μάλλον χαρακτηρίζει και τους δύο αυτούς προικισμένους στοχαστές.
Ο Γεράσιμος Κακολύρης στο πόνημά του «Η πολιτική και ηθική σκέψη του Ζάκ Ντεριντά» ξεκινά με τον κεντρικό τίτλο: «Η αποδόμηση είναι η δικαιοσύνη: το ερώτημα του άλλου».(Όπως σημειώνεται υπάρχει επιρροή από τη Χαϊντεγγεριανή σειρά, δηλαδή την πορεία προς το Είναι η οποία σε κάθε περίπτωση στηρίζεται στην αποδόμηση του Ώδε-Είναι ως κυρίως υπομέρος του Είναι). Ο Κακολύρης αναφέρεται σε τρείς αποδομήσεις του Ντεριντά: στην αποδόμηση της παρουσίας, της διαφωράς,της ετερότητας οι οποίες αποτελούν την εκκίνηση της όλης σκέψης και ηθικής στάσης του  φιλοσόφου. Ο Γάλλος φιλόσοφος προσπαθεί να αποδομήσει θεμελιώδεις  έννοιες του πολιτισμού μας (όπως είναι το πρόσωπο, η παρουσία του προσώπου δίπλα μας) προκειμένου να ανοιχθεί μία οδός νέας θέασης και θεώρησης του Άλλου. Ο άλλος ή το άλλο μπορεί να είναι άνθρωπος, ζώο, κατάσταση, ιδιότητα, πράγμα, κατάκτηση, κακό ή καλό, σκέψη ή  πράξη. Ο Ντεριντά μέσα από την αποδόμηση προσπαθεί  να τονίσει μία μεγάλη αλήθεια, η οποία σιγοψιθυρίζεται  από όλους, αλλά πολύ σιγανόφωνα και δεν ακούγεται: Όλα είναι  κατάκτηση του ανθρωπίνου μυαλού, υποκειμενικά κτίρια, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν κτισθεί και αλλοιώς. Η αποδόμηση έχει και τη θετική αλλά και την αρνητική της πλευρά: Ίσως θα πρέπει να γκρεμισθεί ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το θεό και τη φύση και τον άνθρωπο προκειμένου να επανοικοδομήσουμε μία νέα ιδέα που θα οδηγήσει σε ένα νέο κόσμο και ένα καινό μοντέλο προσώπου και ανθρωπισμού.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα για όλα αυτά. Ας αναφερθούμε στις κλασσικές ντερριντιανές αποδομήσεις των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Στο κείμενό του «Περί γραμματολογίας»(1967) αλλά και στο «Πλάτωνος φαρμακεία» (1968)  ο Ντερριντά αδυνατεί να συνδέσει απόλυτα την κυρίαρχη ιδέα και αξία που εκπνέεται  από ένα κείμενο με ολόκληρο το βάθος  του κειμένου,με όλο το ασυνείδητο θα λέγαμε μέρος του  κειμένου,  με ολόκληρη τελικά την πρόθεση του συγγραφέα. Σε μία πρώτη εκτίμηση η αποδόμηση έχει ως  δημιουργικό σκοπό έναν απλό αγνωστικισμό.Δεν πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι έχουμε λάβει όλα τα μηνύματα ενός κειμένου ή ενός συγγραφέως.Ίσως υπάρχουν ασυνείδητα απωθημένα φαινόμενα και νοούμενα τα οποία θα τα κάνουμε κτήμα μας μόνον εάν δούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο με άλλη ματιά. Ίσως ένα καλό παράδειγμα για την ντερριντιανή αποδόμηση αποτελεί ο κόσμος, ο εξωτερικός κόσμος. Το λουλούδι δεν μπορεί να είναι το βιολογικό αντικείμενο των γεωπόνων (μόνο) αυτή την απλοϊκή  εντύπωση θα πρέπει να την αποδομήσουμε. Το λουλούδι μπορεί  να είναι η δύναμη του Είναι να επιδεικνύει την ομορφιά, τη γονιμότητα και την πρόοδο με  έναν τέτοιο τρόπο.  Ο Θεός μπορεί να είναι το αντικείμενο της λατρείας. Όμως θα πρέπει να αποδομηθεί αυτή η θέαση του θεού, του δημιουργού και του  παράγοντος που κανονίζει τη ζωή και το θάνατο των ανθρώπων.Μέσα από  την αποδόμηση  του παραδοσιακού μοντέλου του θεού μπορούμε να ιδούμε την  ύπαρξη μιάς τέτοιας οντότητας η οποία τεχνηέντως κληρονόμησε δυνάμεις του Είναι και τις αναμοίρασε όπως αυτός θέλει προκειμένου να επανακαθορίσει τις ανθρώπινες ζωές.Άρα το Είναι είναι πρίν  και μετά το θεό, άρα ο άνθρωπος θα πρέπει να ασχοληθεί με το Είναι και όχι με το θεό.
Ο Νίτσε στη «Γενεαλογία της Ηθικής» και αλλού εισήγαγε για πρώτη φορά μία λογική  φόρμα και ένα τύπο γύρω από την ηθική των κυρίων αλλά και των δούλων. Η όλη αυτή σύλληψη αποδομεί την κυρίαρχη –χριστιανική κατά βάση-άποψη της νεωτέρας φιλοσοφίας η οποία κυρίως μέσα από τη Μεταρρύθμιση και το Διαφωτισμό είχε αποδεχθεί την κλιμακωτή διάκριση της κοινωνίας, ως κάτι το κεκαλυμμένο και ηθικώς φυσιολογικό.Κυρίως όλοι καταλάβαιναν ότι το κυριαρχικό μοντέλο του Θεού και του πιστού το οποίο εγέννησε το μοντέλο του κυβερνήτη και του πολίτη, με μακριά καταγωγή από το ζευγάρι κυρίου και δούλου υπήρχε σε κάποιες θρησκευτικές και πολιτειακές εκφάνσεις. Στη  λατρεία στην εκκλησία, στα πολιτεύματα και αλλού. Ο Νίτσε όμως αποδόμησε αυτό το ζεύγος κυρίου και δούλου διότι το ανεκάλυψε σε πάμπολλες πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Συγκεκριμένα στο «Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο» (η αναφορά γίνεται στη «Γενεαλογία της ηθικής») αναφέρει ο Γερμανός φιλόσοφος «για τις λεπτομέρειες ας συγκρίνει κανείς τι λέω στο Ανθρώπινο υπερβολικά ανθρώπινο(αφορισμός 45) για τη διπλή προϊστορία του καλού και του κακού (δηλαδή ότι οι έννοιες αυτές είναι διαφορετικές ανάλογα αν γεννήθηκαν από τη σφαίρα των ευγενών ή από τη σφαίρα των δούλων». Άρα πίσω από το θεό κρύβεται η δύναμη των λίγων κυρίων να εξουσιάσουν τον κόσμο.Πίσω όμως από το δίκαιο της ισότητας και της ευτυχίας κρύβεται η προσπάθεια των  δούλων να επιβιώσουν. Οι τρείς κρατικές εξουσίες αποτελούν ανακάλυψη κάποιων ισχυρών αριστοκρατών, η θεωρία της καλωσύνης και της ελεημοσύνης, της πρόνοιας και της αλληλεγγύης αποτελεί τέχνασμα των πολλών προκειμένου να ισορροπήσουν έναντι των αριστοκρατών ευγενών. Αποδομώντας όλο αυτό το παραδεδομένο σύστημα εξουσιαστού και εξουσιαζομένου ο Νίτσε-σε σχέση και με τον Σοπενάουερ- παραδέχεται την Τρίτη υπερβατικά εσωτερική δύναμη  της  βούλησης. Ο άνθρωπος ως αγνή δύναμη  διαθέτει τη βούληση, αυτή δύναται να τον ωριμάσει οντολογικά, ηθικά και γνωσιολογικά δείχνοντάς του την πραγματική οδό προς την εσωτερική ευδαιμονία, προς το χάος και την ανακύκληση του ωραίου και του καλού.Η αποδόμηση αποκαλύπτει τη γυμνή δύναμη της βούλησης.Πέρα από κάθε σύστημα και ζεύγος παραπλανητικής εμμένειας.
Φαίνεται ότι η αναφορά του Ντεριντά στην «ελευσομένη δημοκρατία» αποδομεί ομοίως τη συνηθισμένη αναφορά σε κάθε πολίτευμα ( άρα και σε αυτό της δημοκρατίας). Ο Γάλλος φιλόσοφος είναι σαφής όταν αναφέρει: «υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στη δικαιοσύνη  και στο εκάστοτε δικαιϊκό σύστημα».Θεωρώ  ότι ο Νιτσεϊκός  τρόπος αποδόμησης ανιχνεύεται στη θεώρηση του Ντεριντά.Τίποτε δεν θα πρέπει να θεωρείται ως κλειστό σύστημα το οποίο είναι πλέον συντελεσμένο(ούτε κάν ο κόσμος μας ο οποίος συνεχώς πολιορκείται από οντολογικές δυνάμεις άλλων παραλλήλων κόσμων και δυνάμεων). Το  δικαιϊκό σύστημα αντιπροσωπεύει εσωτερικά τη βούληση της ισορροπίας και της αρμονίας όμως ποτέ δεν μπορεί ούτε να κλεισθεί στις αποφάσεις ενός δικαστή ούτε στα νομοθετήματα μιάς κυβέρνησης. Συνεχώς διαμορφώνεται.Η αποδόμηση μας διαλύει την  ψευδαίσθηση του τελείου κόσμου.Ούτε ο θεός ούτε ο κόσμος είναι τέλειες οντότητες, διότι συνεχώς νέες δυνάμεις μπορεί να παρουσιασθούν εκ του Είναι οδηγώντας αλλού το ανθρώπινο μυαλό και πράξη. Η βούληση είναι η μόνη δομημένη έννοια της αποδομητικής προσπάθειας.
Επίσης εντυπωσιακό είναι το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Ντεριντά της «ελευσομένης δημοκρατίας». Παράλληλα θα μπορούσε να εξετασθεί η «περιφρόνηση  του οίκτου» του Νίτσε αλλά και η  «άσχημη συνείδηση» του ιδίου φιλοσόφου.Όλοι θεωρούμε ότι η δημοκρατία είναι το τελειότερο πολιτειακό σύστημα διότι πολύ απλά εμπεριέχει την έννοια του δήμου (και ετυμολογικά αλλά και αξιολογικά).Όμως πάντα δεν  υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι δεν συμμετέχουν στις δημοκρατικές διαδικασίες. Οι μέτοικοι π.χ.στην Αρχαία Αθήνα. Η αποδόμηση διαλύει τη σιγουριά της τελειότητας και προκαλεί νέες σκέψεις και ηθικές κινήσεις προκειμένου αυτές να πλαισιώσουν συλλήψεις οι οποίες απεγνωσμένα ζητούν είτε να τελειοποιήσουν είτε να επεκτείνουν την έννοια και την εφαρμογή εις την οποία ανήκουν. Αποδομώντας τη δημοκρατία κατανοεί κανείς ότι για να επιτευχθεί μία ολοκληρωμένη δημοκρατία θα πρέπει όλοι οι άνθρωποι να συμμετάσχουν σε αυτή μετέχοντας όμως πανανθρωπίνων ιδανικών( ως το Πλατωνικό αγαθόν).
Ο Νίτσε αποδομεί πρίν το Ντεριντά το προ-πολιτειακό πεδίο, δηλαδή το πεδίο της καθημερινής κοινωνικής ζωής, επιδεικνύοντας ότι οι άνθρωποι νοιώθουν και σκέφτονται πολλά τα οποία κάποια στιγμή θα πρέπει να εξελιχθούν και να ανεβούν στην επιφάνεια της ζωής και της κοινωνίας. Διότι μόνον με αυτόν τον τρόπο οι πλείστοι των ανθρώπων θα συμμετάσχουν ενεργά στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Ο Νίτσε αποδομεί το δυτικό πολιτισμό θεωρώντας ότι ο αριθμός μηδέν είναι αφ΄ενός ο μεγαλύτερος αριθμός αλλά και ο αριθμός της αρμονίας. Ο μηδενισμός όταν εξισορροπεί το ον και τον παρόντα κόσμο σημαίνει ότι ο άνθρωπος γνωρίζοντας τις άπειρες δυνάμεις του Είναι, τις ελέγχει και ως τέροιες μέσα από την γνωστική και ηθική ισορροπία τις σηκώνει πνευματικά και αξιολογικά και τις εφαρμόζει στο γήϊνο πολιτισμό, με σκοπό την πρόοδο προς το Είναι το οποίο μπορεί αν οδηγεί στην απειρία του χάους, της μόνης αληθείας. Υπό αυτή την έννοια ο Νίτσε παρουσιάζει τη βασιλεία του μηδενισμού ως αναγκαστική παθητική (ως ανάμνηση) αλλά και ενεργητική (ως πράξη) κατάσταση  που θα πρέπει να περάσει ο δυτικός άνθρωπος. Ο θεός είναι οι δυνάμεις που ο άνθρωπος έχει μέσα του αλλά τις αφιέρωσε στο θεό, άρα πρέπει να τις εσωτερικοποιήσει και πάλι προκειμένου ο ίδιος να καταστή κάτι το ανώτερο από ό,τι τώρα είναι. Η θεοποίηση του ανθρώπου φέρει και την αποδόμηση νοήσεων και συναισθημάτων αλλά και πράξεων μέσα στους αιώνες. Αν δούμε βέβαια την ανθρώπινη ιστορία υπό το πρίσμα του ανθρώπου-θεού. Ειδικά η Γενεαλογία της Ηθικής επαναξιολογεί τις αξίες  του νόμου και της δικαιοσύνης και προσπαθεί να θεσπίσει ένα νέο κώδικα ανθρώπινης ισορροπίας στηριγμένης στον άνθρωπο που έχει εσωτερικοποιήσει το θεό και έχει αναπτύξει την ανάλογη βούληση. Η επαναξιολόγηση των αξιών υπό αυτό το πρίσμα αποδομεί συλλήβδην τη δικαιοσύνη όπως σήμερα την γνωρίζουμε. Η νέα δικαιοσύνη θα είναι η δύναμη επιβολής του  οντολογικά καλού, του καθολικά καλού, του χαοτικώς αναγκαίου, αυτού που ως ήθος όλους τους οδηγεί σε  έναν άπειρο και κοινό αιώνιο κόσμο.Ο άνθρωπος-θεός δεν φοβείται την τελική αυτοαποδόμηση, την ανάλυσή του στις δυνάμεις που τον συναποτελούν.
Οι αξίες τις οποίες θέλει να υποβάλει σε επαναξιολόγηση ο  Νίτσε είναι κατά μεγάλο μέρος οι αλτρουϊστικές και εξισωτικές αξίες, όπως ο οίκτος, η αυτοθυσία και τα ίσα δικαιώματα. Για το Νίτσε η νεωτερική πολιτική στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μία κοσμική κληρονομιά των χριστιανικών αξιών ( o Nίτσε αποδομεί τις σοσιαλιστικές αξίες διότι τις θεωρεί εκκοσμικευμένες χριστιανικές αξίες οι οποίες μεταφέρουν την ισότητα όλων των ψυχών έναντι του θεού, αναλογικά την ισότητα όλων των πολιτών έναντι του πολιτικού ηγέτου). Ειδικά η έννοια του οίκτου είναι  πλήρως κατακριτέα για το Γερμανό φιλόσοφο διότι σηματοδοτεί πλήρως την αδυναμία προόδου και βουλητικής αυτοεξέλιξης  του ανθρώπου.Ο Νίτσε επεξηγεί ότι θα πρέπει να εξετασθεί η ηθική υπό όλες τις μεταμφιέσεις της, μάλλον θέτει το ερώτημα της αξίας της καθ΄εαυτής ηθικής. Μελετώντας τη γενεαλογία της ηθικής διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει καμμία καθ΄εαυτή αξία της ηθικής, η ηθική αποδομείται διότι θεωρείται ως υποκατάστατο της πραγματικής και οντολογικής πράξης της πραγματικής και οντολογικής γνώσης του απείρου. Επειδή οι άνθρωποι αδυνατούν να γνωρίσουν το καθ εαυτό πράγμα μέσα από τη γνώση της αυτοβούλησης έχουν υποκαταστήσει την ανωτέρα πράξη με την ηθική του οίκτου, του καλού και του κακού.Ο οίκτος είναι ο χειρότερος υιός της ηθικής διότι κατευνάζει τα πλήθη, τα κυριαρχεί και τα υποτάσσει σε ηγεμόνες οι οποίοι πλέον δεν κυριαρχούν σε σκεπτομένους ανθρώπους αλλά σε ανθρώπους που καθοδηγούνται από τα κατώτερα και πλέον έμφοβα συναισθήματα.
Σημαντικό ρόλο λοιπόν σε όλες τις αποδομήσεις κατέχει η διάκριση(πλατωνική θα λέγαμε) ανάμεσα στην ιδέα και στην εφαρμογή της. Καμμία εφαρμογή δεν μπορεί να πραγματώσει ικανοποιητικά καμμία ιδέα. Άρα συνεχώς θα πρέπει να αποδομούνται όλες οι εφαρμογές και να δοκιμάζονται καινούργιες. Π.χ η δικαιοσύνη ως ιδέα εσωτερικής ισορροπίας(Πολιτεία Πλάτωνος) δεν έχει καταφέρει να εφαρμοσθεί. Άρα θα πρέπει να καταργήσουμε την υπάρχουσα δομή της δικαιοσύνης αντικαθιστώντας τη με νέα παιδεία  και νέο τρόπο δράσης( δικαιοσύνη θα είναι η δυνατότητα του ανθρώπου από μόνοι τους και  χωρίς νόμο να φέρονται άψογα).Ο Ντεριντά στη διάλεξή του  « από το δίκαιο στη δικαιοσύνη» κατήργησε την μέχρι τότε άποψη ότι η αποδόμηση είναι μία μηδενιστική τάση που πρέπει να επεκταθεί επί παντός επιστητού. Η αποδόμηση δεν καταργεί το λόγο και την πράξη αλλά τα ενισχύει με περισσότερες εξηγήσεις και πραγματώσεις της κυρίαρχης ιδέας. Στο συγκεκριμένο κείμενο ο Ντερριντά προβαίνει σε ένα διαχωρισμό ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στο δίκαιο του νόμου.Αναμφίβολα οι νόμοι ενός κράτους είναι ιστορικά θεσμοθετημένοι, αποτελούν δηλαδή ιστορικές εφαρμογές όσων είχαν την εξουσία να συλλάβουν και να εκτελέσουν τρόπο εξουσίας και ταξιθέτησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η δικαιοσύνη   όμως ως έννοια είναι πάντα κάτι το παραπάνω από τις εφαρμογές των νόμων που απλά την εξωτερικεύουν. Ενθυμούμενοι το πραγματικό οντολογικό εύρος της δικαιοσύνης διαπιστώνουμε ότι όλες οι ιδέες της δεν έχουν οδηγήσει στις ανάλογες εφαρμογές. Η έννοια της εσωτερικότητας π.χ δεν θα μπορούσε ποτέ να εκφρασθεί σε νόμο διότι ποτέ κανείς δεν γνωρίζει τι πραγματικά σκέφτεται κάποιος πρίν από κάθε πράξη  και ποιος πραγματικά ωθεί κάποιον στις ηθικές ή ανήθικες πράξεις. Ερώτημα επίσης είναι εάν η δικαιοσύνη του όντος θα μπορούσε να χωρισθεί σε ήθος και  μη ήθος διότι οντολογικά το Είναι προχωρεί ξοδεύοντας συλλήβδην τις δυνάμεις του. Βέβαια σωστά ο Ντερριντά διακρίνει πίσω από κάθε αποδόμηση κάτι το μη αποδομήσιμο.Για παράδειγμα στο θέμα της δικαιοσύνης μη αποδομήσιμη είναι η έκκληση και η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης.
Ο Νίτσε σωστά επισημαίνει ότι αυτό το οποίο απαιτεί η επαναξιολόγηση των αξιών είναι «μία γνώση των συνθηκών και των περιστάσεων υπό τις οποίες γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν και άλλαξαν οι αξίες αυτές.Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί η ηθική υπό όλες τις μεταμφιέσεις της ως ταρτουφισμός, αρρώστια, αιτία γιατρικό και αναστολή.Η ηθική πρέπει να αποδομηθεί ως κάτι το οντολογικά περιττό. Ο ελεύθερος οντολογικά άνθρωπος αφήνεται στις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις μιας ανωτέρας προσωπικής βουλητικής πορείας έως τη στιγμή που απορροφάται από το Είναι. Στην οδό αυτή η ηθική είναι κάτι το αχρείαστο. Η ηθική γεννήθηκε προκειμένου μία τρίτη έννοια (θεός –ηγεμών) να επικρατήσει. Για το Νίτσε όλα τα μεγάλα πράγματα προκαλούν το θάνατό τους μέσα από  μία διαδικασία αυτοϋπέρβασης.Eίναι ξεκάθαρο ότι μάλλον η τελετή της αυτοϋπέρβασης είναι το πλέον σημαντικό στάδιο της αποδόμησης.Διότι εξαφανίζεται κάθε εμπόδιο το οποίο ως θεσπισμένο παγιώνει μία κατάσταση και δεν επιτρέπει την περαιτέρω πρόοδο του Είναι και των ανθρώπων. Η ιστορία του Αχιλλέως μάλλον είναι μία έμμεση αναφορά της Ελληνικής μυθολογίας στην έννοια της αποδόμησης.Η Θέτις πλένοντας τον  υιόν της Αχιλλέα στα ευλογημένα  νερά της  Στυγός προκειμένου να τον καταστήσει αθάνατο χωρίς να το θέλει άφησε θνητή(άβρεχτη) την περιφημο Αχίλλειο  πτέρνα. Το ίδιο συμβαίνει με τον  ανθρώπινο νού. Στην προσπάθειά του ο άνθρωπος κάπου να στηριχθεί θεωρεί ότι όλα κινούνται και χάνονται εκτός από το νού ο οποίος σταδιακά κατέστη ανθρώπινος δυνάστης και τύραννος. Η αποδόμηση του νοός σηματοδοτεί την αυτονοητική αυτοϋπέρβαση του ανθρώπου, το τέλος της νοητικής προσπέλασης της ζωής και του Είναι και τη δύναμη του ανθρώπου να ζήσει παραδομένος σε άλλες οντολογικές δυνάμεις( ενόραση,πίστη, χαοτική πίστη του παντός).Ο Νίτσε ίσως πιστεύει σε αυτή την αποδόμηση διότι ίσως θεωρεί ότι ο άνθρωπος μάλλον διά  του νοός δημιούργησε τείχος θρησκείας και ηθικής, ένα τείχος το οποίο πρέπει να γκρεμισθεί και να ελευθερώσει τον άνθρωπο.
Αναφέρεται στην «Γενεαλογία της ηθικής» : « Η χριστιανική ηθική,ένας τύπος ηθικής που ενθαρρύνει ασκητικές πρακτικές πάνω στον εαυτό και που είναι το προϊόν μιάς εκφυλισμένης και αντιδραστικής θέλησης για δύναμη, είχε το αποτέλεσμα να διασώσει την ανθρώπινη δύναμη από ένα αυτοκαταστροφικό μηδενισμό που είχε προκληθεί από τη φυσιολογική εξάντληση και δυσαρέσκεια». Είναι άραγε η αποδόμηση συνώνυμη σκέψη και πράξη του αυτοκαταστροφικού μηδενισμού; Είναι η αποδόμηση η τελική αυτογνώση ότι όλα Είναι όταν Δεν Είναι; Μήπως η θρησκεία και η πολιτεία είναι πανάκειες που ξεγελούν την αδυσώπητη είσοδο του ανθρώπου στο γκρεμό του χάους; Μήπως η αποδόμηση σηματοδοτεί την μεγάλη αλήθεια ότι ερχόμαστε από το τίποτε και εις αυτό θα επιστρέψουμε; Θα πρέπει άραγε να ελευθερωθούμε από κάθε νοητική και ηθική δέσμευση;
Ας θυμηθούμε σε αυτό το σημείο «το αδύνατο δώρο» του Ντερριντά. Αναφέρει ο Γάλλος  φιλόσοφος: «ένα δώρο  είναι κάτι για το οποίο δεν μπορείτε να είσθε ευγνώμονες. Μόλις πώ ευχαριστώ για ένα δώρο αρχίζω να ακυρώνω το  δώρο, αρχίζω να καταστρέφω το δώρο με το να προτείνω μία ισοδυναμία, δηλαδή ένα κύκλο που περικυκλώνει το δώρο σε μία κίνηση επανιδιοποίησης». Το σκεφτικό του φιλοσόφου στηρίζεται στην μία και πρωταρχική δύναμη η οποία ευρίσκεται και πρέπει να ευρίσκεται πίσω από κάθε πράξη και σκέψη. Δώρο( εκ του δίδωμι) σημαίνει προσφορά. Ως τέτοια θα πρέπει να βιωθεί εις βάθος μένοντας ανεξάρτητα σαν μια δύναμη η οποία δίδει συγκεκριμένα πράγματα στο πρόσωπο που απευθύνεται. Αυτό το  πρόσωπο θα πρέπει να μάθει και βιώσει όλα όσα αντιπροσωπεύει το δώρο, όχι  πάντως την εύκολη ανταπόδοση διότι σε αυτή την περίπτωση χάνει και απολλύει το βάθος της προσφοράς. Σαν να λέμε ότι θα θέλαμε να γυρίσουμε στο δημιουργό το δώρο της ζωής( δεν μπορούμε). Μπορούμε όμως να γνωρίσουμε εις βάθος το μυστήριο της ζωής. Ο Ντερριντά( θεωρούμε) ότι μέσα από το αδύναμο δώρο του προσφέρει μία όμορφη άποψη για την  αποδόμηση η οποία ίσως συναντά και το Νιτσεϊκό δημιουργικό μηδενισμό.Οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να θέτουν τα πάντα σε ένα κύκλο κίνησης και συνέχειας. Πολλά πράγματα θα πρέπει να αφήνονται στην οντολογική χαότητά τους. Η ζωή ως δώρο δεν θα πρέπει να τίθεται σε ένα κύκλο οικονομικών ανταλλαγών αλλά επιβάλλεται να αναλύεται εις βάθος, η αιτία της, η οντολογική της καταγωγή, ο σκοπός της, η πορεία της προς το Είναι. Άρα όλα όσα σήμερα προσπαθούν οι επιστήμες να επιβάλουν είναι αυθαίρετες δομημένες επιλογές οι οποίες καταστρέφουν την αγνή οντολογική παροχή και άλλων και άλλων δυνάμεων. Μάλλον οι άνθρωποι επιθυμούν διακαώς να ελέγξουν τις υπάρχουσες δυνάμεις, τις έχουν μεγαλοποιήσει και δεν επιθυμούν άλλες. Άρα η αποδόμηση είναι πορεία τριών σταδίων:
1. Συναισθάνομαι ότι αυτό το οποίο δέχομαι θα μπορούσε να είναι και αλλοιώς.
2. Διαβλέπω ότι όλα γύρω μου μπορούν να αυτοϋπερβαθούν και να οδηγήσουν σε μία νέα κατάσταση ανθρώπων και καταστάσεων.
3.Κατανοώ ότι οι δυνάμεις που κυριαρχούν θα μπορούσαν να αντικατασταθούν και  από άλλες οι οποίες ίσως προωθήσουν τη ζωή και τον κόσμο έτι περαιτέρω.
Γιατί άραγε ο Νίτσε θεωρεί το Θεό ως τον πατέρα του κακού,και μάλιστα του απριορικού κακού; Γιατί άραγε ο Γερμανός φιλόσοφος φθάνει να θεωρήσει κάτι το απριορικό (ακόμη και την κατηγορική προσταγή) ως κάτι το αμοραλικό; Ίσως η απάντηση φαντάζει όχι απλή αλλά αποδομητικά προβλέψιμη. Οι άνθρωποι κλείνονται σε έμφυτες ιδέες, φυλακίζονται σε αιώνιες αλήθειες, καταδυναστεύονται από  καθ΄εαυτές επιδιώξεις, προβάλλουν την ηθική ως οδηγό,καταργώντας με αυτό τον τρόπο την απειρία της οντολογικής πράξης. Ο θεός φαντάζει το απόλυτο κακό διότι είναι η έμφυτη ιδέα της  κάθε έμφυτης ιδέας. Η αποδόμηση του θεού, της έμφυτης ιδέας και κάθε απριορικού ξεκινά από την αποδόμηση της ηθικής.Η ηθική υπάρχει όσο συνδέονται οι  ιδέες με πράξεις. Αυτή  είναι και η συνταγή του πλατωνικού νόμου. Είναι όμως κάτι το αυθαίρετο το οποίο και θα πρέπει να καταργηθεί. Ποτέ και πουθενά δεν ισχύει απόλυτα και  ως θέσφατο ότι η δείναι και η τάδε έννοια οδηγεί σε αυτή και την άλλη πράξη. Οι άνθρωποι ανοήτως έχουν κλεισθεί μέσα σε γνωστά  Καβαφικά τείχη τα οποία επιβάλλεται  να απογκρεμίσουν απελευθερώνοντας τις υγιείς και  άπειρες οντολογικές δυνάμεις οι οποίες σε κάθε  περίπτωση ευρίσκονται πέραν του νοός και της ηθικής.Η σύνδεση του νοός με την ηθική είναι ό,τι το καταστρεπτικότερο συνέβη στον άνθρωπο, ο Πλάτων ουδαμού των έργων του δεν πιστεύει ότι ο νούς είναι παντογνώστης,οδηγός είναι.
Ίσως πίσω από την αποδόμηση ευρίσκεται η περίφημη θεωρία του Επίκουρου καθώς και η όλη του νοητική  αλλά και ηθική αποδόμηση όσων προβάλλουν ψεύτικο πόνο και βλάβη στον άνθρωπο: Το Επικούρειο ζήν ηδέως εκκινεί από το ότι η άφθαρτος και αείζωος οντολογική δύναμη χαρίζεται με μέτρο ή και καθόλου στον άνθρωπο. Άρα ο άνθρωπος σε καμμία των περιπτώσεων δεν θα πρέπει να κλείνεται σε πρόσκαιρες ανακαλύψεις, τις οποίες αναγάγει σε συστήματα και τελικά φυλακίζεται πίσω από τα  ίδια  του τα δημιουργήματα. Επιβάλλεται τη δύναμη η οποία ως Είναι ενυπάρχει να την ανιχνεύουμε παντού και πάντα, διότι με αυτόν τον τρόπο δεν θα απολέσουμε την οντολογική σειρά του κόσμου. Οι παρακάτω αρχές του Επικούρου είναι σε κάθε περίπτωση τα επιγράμματα της αποδόμησης ( η οποία εκκινεί από το νού και επεκτείνεται στην πράξη) : «άφοβον ο θεός,ανύποπτον ο  θάνατος, και ταγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευεκκαρτέρητον»(Φιλόδημος προς σοφιστάς). Διότι ηθικό είναι το σπάσιμο της ηθικής ενώπιον του Είναι.

Βασίλειος Μακρυπούλιας, δρ. φιλοσοφίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου