H πολιτική θεολογία σήμερα.


Aυτό το οποίο γνωρίζουμε-εθιστικά ίσως – είναι η θεολογία η οποία έχει ως κέντρο της το Θεό,ως δύναμη, ενέργεια, τρόπο και σκοπό. Μία «θεϊστική θεολογία» θα λέγαμε. Ο Θεός σε αυτή τη Θεολογία κείται έξωθεν και μακριά  του ανθρώπου, αν κρίνουμε και από τη φράση του Δαμασκηνού(και όχι μόνον) «Θεόν ανθρώποις ιδείν αδύνατον». Επίσης ένα τεράστιο οντολογικό,γνωσιολογικό και ηθικό χάσμα χωρίζει το Θεό αυτής της παραδοσιακής θεολογίας από τον άνθρωπο, ο οποίος πασχίζει μέσα από τις  άκτιστες ενέργειες, τις θείες αποκαλύψεις αλλά και τον ηθικό τρόπο ζωής να προσπελάσει το θείο. Φαίνεται όμως ότι ειδικά μετά τα κινήματα της Αναγέννησης,Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού,μετά την εγκαθίδρυση επί της γής της έλλογης βασιλείας του ανθρώπου και του διακηρυσσομένου θανάτου του Θεού,ότι επεκράτησε μία διάδοχη θεολογία η περίφημη «πολιτική θεολογία».
Ο όρος «πολιτική θεολογία»πρωτοχρησιμοποιήθηκε στο ομώνυμο έργο του Carl Scmitt το 1922,χωρίς  βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε ψήγματα αυτής της θεολογίας σε προγενέστερα συγγράμματα και επιστημονικές δουλειές. Στο μικρό αλλά κλασσικό έργο του «πολιτική θεολογία» ο  συντηρητικός αυτός καθολικός θεολόγος υπεστήριξε ότι «όλες oι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες». Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει μόνο στον τομέα της ιστορικής ωρίμανσης όρων και εννοιών(π.χ ο παντοδύναμος θεός  στις θρησκείες της αποκαλύψεως μετεβλήθη σε παντοδύναμο νομοθέτη στα σύγχρονα κράτη δικαίου) αλλά και στον τομέα της λογικής επεξεργασίας των βασικών μεταβλητών των θελογιών αυτών( η βασιλεία των ουρανών στη θεϊστική  θεολογία μεταφέρεται στη γή στην πολιτική θεολογία. Τώρα μας ενδιαφέρει πώς ο παράδεισος μέσα από  τον άνθρωπο-θεό θα εγκατασταθεί στη  γή). Γι αυτό το λόγο η πολιτική θεολογία αντιστοιχεί τέλεια τις μεταβλητές της και τους όρους της με τους αντιστοίχους της θεϊστικής θεολογίας. Ας παρακολουθήσουμε αυτή την αντιστοιχία η οποία πράγματι παρουσιάζει αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο Μάρξ και η επανάσταση του 1821.


Aναφέρεται το εξής περιστατικό σε  ομιλία του Λένιν.Κάποτε ο πρωτεργάτης της Οκτωβριανής επανάστασης ομιλούσε σε ακροατήριο αναπτύσσοντας τις θέσεις του. Κάποιος από το ακροατήριο εμφανώς μάλλον ενοχλημένος, τον  διέκοψε λέγοντάς του ότι όσα λέει και ισχυρίζεται αντιβαίνουν στα γεγονότα. Ο Λένιν τον κοίταξε και νηφάλιος του απάντησε: «τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα». Σε κάθε περίπτωση είναι ίδιον χαρακτηριστικόν ανθρώπων που για λόγους διαφόρους θέλουν να επιβάλουν το λόγο τους και την πράξη τους, να υπερβαίνουν με λογικά άλματα την πραγματικότητα, προωθώντας και δογματίζοντας τις απόψεις τους. Σε κάθε περίπτωση πραγματικά θα πρέπει να κατανοήσουμε όμως σε βάθος το λόγο τους, ως αιτία, σκοπό και περιεχόμενο.Διότι ίσως οι αρχές τους να είναι πλέον ανελεύθερες σε σχέση με όσα διακηρύσσουν.
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Κεκαυμένο αυτός ο οποίος θέσπισε την 25η Μαρτίου ως ημέρα τιμής προς την έναρξη της  εθνικοαπλευθερωτικής επανάστασης των Ελλήνων στις απαρχές του 1820 δεν ήταν ο Όθωνας το 1838 αλλά ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, εκεί περί το 1820. Η εμμονή λοιπόν κάποιων δήθεν κουλτουριάρηδων(ανηκόντων στην αριστερά διανόηση) στη φιλολογία περί την  25ης Μαρτίου έχει χάσει πλέον το ενδιαφέρον της και την όποια ιστορική της αξία.
Ποια όμως ήταν η γνώμη του ιδίου του Καρόλου Μάρξ για την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821 και για την επαναστατική τόλμη των Ελλήνων αγωνιστών;(υπενθυμίζουμε ότι ο Κάρολος Μάρξ και ο Φρήντιχ Ένγκελς θεωρούνται ως δήθεν  υπερασπιστές των απανταχού ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των καταπιεζομένων συνανθρώπων των). Το πραγματικά αστείο είναι ότι οι εν Ελλάδι αριστεροί αγνοώντας τις θέσεις του Μάρξ για την Ελληνική Επανάσταση  κατηγορούν την Εκκλησία ότι δήθεν εναντιώθηκε στην εν λόγω επανάσταση. Μία ματιά όμως στο μνημειώδες βιβλίο του Παναγιώτη  Κονδύλη με τίτλο : «K.Marx-Fr.Engels,η Ελλάδα, η  Τουρκία και το Ανατολικό ζήτημα» ρίχνει άπλετο φώς στις θέσεις των ιδρυτών του επιστημονικού(λεγομένου) σοσιαλισμού όσον αφορά την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821.

Η δοκιμασία των Αρχαίων Ελλήνων βουλευτών.


Ο Λυσίας εις τον λόγον του  «Υπέρ Μαντιθέου»εξαίρει εμμέσως πλήν σαφώς τη σπουδαιότητα του θεσμού της δοκιμασίας για το δημοκρατικό πολίτευμα,βασικός σκοπός της οποίας ήταν η εφαρμογή της αξιοκρατίας στην ανάδειξη των κληρωτών αλλά και των αιρετών αρχόντων.Επισημαίνουμε ότι σε θέματα σημαντικά ισχύει το περίφημο σύνθημα ή όλα ή τίποτε-ας θυμηθούμε τη φράση του θεανθρώπου «έστω το ναι ναι και το ού ού»υπό την έννοια ότι όταν παίρνουμε από τους αρχαίους μας προγόνους την έννοια αλλά και την μίμηση της δημοκρατίας θα την ακολουθούμε ολοκληρωτικά,όχι και μόνο εκεί και σε θέματα που μας συμφέρει.
Η διαδικασία λοιπόν της δοκιμασίας ήταν απαραίτητη στην Αρχαία Ελληνική δημοκρατία για την ανάδειξη κάποιου σε Βουλευτή.Θα πρέπει οπωσδήποτε όμως να σημειώσουμε ότι στον χρυσό αιώνα του Περικλέους ο Βουλευτής ήταν ισχυρά σημειοδοτούμενη έννοια.Μάλιστα ο βουλευτής αποθεώθηκε μέσα από τα πολιτικά γραπτά του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους.Είναι αυτός ο οποίος βούλεται για το καλό της πόλεως-κράτους,είναι αυτός ο οποίος ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και προωθεί την κρίση υπέρ αυτού που συμφέρει την Πατρίδα του.Ο Βουλευτής στην Αρχαία Αθήνα ήταν ανάμεσα στη Γνώση και στην Αξία.Γνώριζε το Καλό και το έπραττε.Συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις της Πατρίδος του,ήταν πολεμιστής και στην Ειρήνη και στον Πόλεμο.Δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να ψηφίσει και να επιδιώξει κάτι ενάντια στην Πατρίδα του,για παράδειγμα μεγάλοι πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Σωκράτης και ο Θουκυδίδης ήταν και στρατηγοί και πολεμιστές όταν η Πατρίδα τους το ζήτησε.