Aπολλώνειος ο Τυανεύς: ο ξεχασμένος μύστης.


O Απολλώνειος ο Τυανεύς συνδέει τη γέννησή του με το φαινόμενο του Ευαγγελισμού. Λέγεται ότι πρίν από τη γέννησή  του  άγγελος ανήγγειλε τον έρχομό του στη μητέρα του. Γεννήθηκε σχεδόν στην ίδια χρονική στιγμή με τον Ιησού Χριστό, όπως και ο  Θεάνθρωπος παρόμοια και αυτός παρουσίασε εξαιρετική και πρόωρη ωρίμανση συνοδευομένη από γνώσεις και αρετές. Αμέσως μετά τη γέννησή του παραδίδεται ότι προετοιμάσθηκε πνευματικώς και ηθικώς προκειμένου να αρχίσει το  πνευματικώς και πρακτικώς ωφέλιμο έργο του.Η σειρά των γεγονότων  της ζωής του σε πολλά μας θυμίζει τον Ιησού: ο  Απολλώνειος παραδίδεται ότι δημόσια δίδαξε,  έπαθε, αναστήθηκε και ανελήφθη στους  ουρανούς.
Aναφέρεται ότι  και ο Απολλώνειος είχε μαθητές (οπαδούς), λόγω επίσης των εχθρών του μεταφερόταν αρκετά συχνά από μέρος σε μέρος. Συχνά οι μαθητές του απογοητεύονταν, επίσης παρουσιάσθηκαν και φαινόμενα προδοσίας. Όταν έφθασε ή ώρα του τελικού κινδύνου  ταξίδευσε στη Ρώμη όπου αυτοκράτωρ ήταν ο σκληρός Δομιτιανός. Ο Απολλώνειος κατηγορήθηκε στον αυτοκράτορα ότι προβαίνει σε πράξεις μαγείας και αγυρτείας χρησιμοποιώντας υπεργήϊνες δυνάμεις προκειμένου να παρασύρει και να χειραγωγεί τα πλήθη.
O Aπολλώνειος διέθετε ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα ( το οποίο αναφέρεται   και στην Καινή Διαθήκη για το πρόσωπο του Ιησού). Μπορούσε να ελέγξει τη ροή των καλών και των κακών πνευμάτων, καθοδηγώντας τα ωραία πνεύματα εντός του ανθρώπου και τα άσχημα πνεύματα εκτός των ανθρώπων.Eξιστορείται συγκεκριμένο γεγονός σύμφωνα με το οποίο ο Απολλώνειος ελευθέρωσε νεαρό εξ Αθηνών από τα πονηρά πνεύματα τα οποία τον διακατείχαν. Στη βιογραφία του (Φιλόστρατος) παραδίδεται ότι στη Ρώμη ο Τυανεύς ανέστησε νεαρό  κοράσιον το οποίο και το επανέφερε στη ζωή.

Γιατί καταδικάστηκε ο Ιησούς;


Αναμφίβολα έχουν γραφεί πολλά για την πλέον σημαντική δίκη ίσως όλων των  εποχών, αυτή του ιδίου του Υιού του Θεού. Θα ξεκινήσουμε αυτή την μικρή  έρευνα επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε ένα ερώτημα (σημαντικό κατά την άποψή μας). Γιατί ο Ιησούς υπέστη τη βάσανο μιας δίκης,γιατί «υποτάχθηκε» στη νομική εξουσία και στην ανάλογη διαδικασία του ρωμαϊκού κράτους; Τα ευαγγέλια μας δίδουν μία πρώτη απάντηση: Συγκεκριμένα στο Ματθαίον,ΚΣτ, αναφέρεται ότι κοντά στην εορτή του Πάσχα μαζεύθηκαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέως του λεγομένου Καϊάφα και ραδιουργούσαν προκειμένου να εύρουν δόλιο τρόπο σύλληψης και θανάτωσης του Ιησού. Φοβούνταν όμως την κατακραυγή του λαού διότι ίσως θεωρούνταν δολοφόνοι ενός αγαπητού ανθρώπου που τόσο θαυμασμό είχε προκαλέσει στα πλήθη. Ίσως λοιπόν ο Ιησούς υπέστη  τη δίκη υπό του ρωμαϊκού δικαίου προκειμένου οι γραμματείς και οι φαρισαίοι να νομιμοποιήσουν τα δόλια σχέδιά τους και κανείς να μην τολμήσει  να τους καταδιώξει μετά από το θάνατο του Ιησού.
Ο ίδιος όμως ο Ιησούς στο κατά Μάρκον ΙΔ προβαίνει σε μία αξιοπρόσεκτη αναφορά ( τονίζοντας έμμεσα ότι θα πρέπει να υποστή τη δίκη υπό του ρωμαϊκού δικαίου) : Συγκεκριμένα στον κήπο της Γεθσημανής, κατά τη στιγμή όπου ανακαλύπτει για τρίτη φορά τους μαθητές του καθεύδοντες, τους επιτιμά λέγοντας: «καθεύδετε λοιπόν και  αναπαύεσθε.Απέχει.Ήλθεν η ώρα.Ιδού παραδίδοται ο υιός του ανθρώπου εις τας  χείρας των  αμαρτωλών.Εγείρεσθε.Άγωμεν.Ιδού ο παραδιδούς με ήγγικε».Κατανοούμε τη νομοτέλεια της επερχομένης δίκης του Κυρίου, ο οποίος θεωρεί  ότι η σφραγίς του έργου του επί της γής θα επεβάλετο να είναι το μαρτύριό του.Ο Κύριος εγνώριζε ότι θα  έπρεπε να ακολουθήσει όλη την οδό προς το μαρτύριο. Την προδοσία, τη δίκη, την καταδίκη, τη σταύρωση και την Ανάσταση. Με αυτόν τον τρόπο το πρόσωπό του θα έδειχνε θείο και συνεπές στους ανθρώπους, άξιο μίμησης λόγω της συνέπειας λόγου και έργου.Σε κάθε περίπτωση η απλή δολοφονία του Ιησού  από τους δολίους εχθρούς του(Γραμματείς και Φαρισαίους) δεν θα προσέδιδε σε Αυτόν και την Αποστολή του τη συνέπεια και την επισημότητα  που θα προσέδιδε μία δίκη στο Πραιτώριο από τον απεσταλμένο του Αυτοκράτορος, του θείου Αυτοκράτορος.

Το σύστημα του Πλήθωνος, ως προάγγελος κάθε διαφωτισμού.


 

To σύστημα του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος, αναλύεται στο περισπούδαστο βιβλίο του «Νόμων Συγγραφή». Εκεί ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος  δεν απαρνείται  ουσιαστικά  το χριστιανισμό, αλλά αντιθέτως  προσπαθεί  να συνταιριάξει τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Oύτως ή άλλως ο Ελληνισμός για τον Έλληνα σοφό είναι ένα διαχρονικά ιδεατό και αξιακό μέγεθος, το  οποίο προσφέρει τις φιλοσοφικές του κατηγορίες και συλλήψεις σε ένακ κορυφαίο θεολογικό σύστημα όπως αυτό του χριστιανισμού.Σε κάθε περίπτωση  η εποχή του Πλήθωνος αποτελεί μία μεταβατική εποχή από τα μεσαιωνικά στα νεώτερα χρόνια. Αυτό αναλύεται φιλοσοφικά( έχοντας και στο νού μας τη στροφή της Δύσης προς την ΑρχαιοΕλληνικής έμπνευσης Αναγέννηση) μέσα από τη συνεχή της ανθρωπιστικής ανάδυσης του Πλατωνικού και Αριστοτελικού Λόγου. Ο χριστιανισμός σε κάθε περίπτωση μέσα από την ενανθρώπιση του Θείου Λόγου εσωτερικοποίησε την παράσταση του Θεού εντός του ανθρώπου μετουσιώνοντάς την σε ηθική αξία πράξης και μίμησης. Πλέον οι νοητικές κατηγορίες της πίστης και της θείας ανάμνησης αντικατέστησαν την καθαρή Πλατωνική και Αριστοτελική ανάμνηση και ενόραση αλλά και εμπειρική γνώση αντίστοιχα. Οι ηθικές  κατηγορίες της μίμησης του Θείου Λόγου και της πραξιακής ζωής –σε σχέση με το Θείο- ωρίμασαν την Πλατωνική και Αριστοτελική Ηθική του  Αφηρημένου Αγαθού και του Πρώτου Κινούντος Ακινήτου αντιστοίχως. Η εποχή  φάνταζε ώριμη προκειμένου μέσα από τον σώφρονα αξιακό και ιδεολογικό συγκρητισμό ο Ελληνισμός να λάβει τη θέση που του αρμόζει. Σε αυτό το σημείο εργάσθηκε ο Πλήθωνας. Έχοντας μελετήσει την αρχαία Ελληνική Ιστορία και φιλοσοφία φθάνει να θεωρεί τη συντηρητική βυζαντινή παράδοση και το θρησκευτικό σχολαστικισμό υπαιτίους για την κατάπτωση της αυτοκρατορίας. Οδηγείται σε μία αναπόφευκτη σύγκριση του ενδόξου παρελθόντος με το παρακμιακό παρόν που ζεί. Eξιδανικεύει το παρελθόν και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μόνη λύση είναι η επιστροφή στην αρχαιοελληνική αυθεντία. Επομένως οι  φιλοσοφικές και γενικότερα οι πνευματικές αναζητήσεις του έχουν ως αφετηρία την προσπάθεια εξεύρεσης λύσης  στα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, φιλοσοφικά, ηθικά και άλλα ζητήματα τα οποία σηματοδοτούσαν τη συνέχεια του πνευματικού και πραγματικού κόσμου της εποχής.

H απομάκρυνση του Θεού και ο κατακερματισμός του προσωπικού Υποκειμένου εις τη Δύση.



 

«Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον»ακούγεται από καλλίφωνους ιεροψάλτες στις ορθόδοξες εκκλησίες τις Άγιες ημέρες των Χριστουγέννων.Πράγματι ο «άναρχος κατά τον Πατέρα»καταδέχεται να φορέσει ανθρώπινον σαρκίον,να ενανθρωπισθεί,να αποκτήσει ανθρώπινη υπόσταση,και όλο αυτό το οντικό συμβάν ετοιμάζεται θεολογικά να φιλοξενηθεί κάτω από τη σπουδαία ορολογία «ενανθρώπιση του Κυρίου». Από καθαρά φιλοσοφική άποψη προαλείφεται το αξιολογικό-ίσως και γνωσιολογικό- όριο και ορόσημο –γέφυρα θα μπορούσε κάποιος να πεί-ανάμεσα στον αρχαίο κόσμο και στο νέο κόσμο του χριστιανικού προσώπου-το οποίο πάντως ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη γραμματειακή δημιουργία από την απίστευτη σύλληψη του Περσέα,μέχρι τη θαυματουργή έλευση του Όσιρι και των διαφόρων παράξενων οντοτήτων πολλών και διαφόρων μορφών ποικίλων κοσμοθεωριών-Βαβυλωνιακής,των Ατζέκων κ.ο.κ.

Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε ότι το χριστιανικό πρόσωπο ,το οποίο λαμβάνει την αξιακή του έκφραση και σημασία μέσα από την ενανθρώπιση του Ιησού,είναι το αποτέλεσμα διεργασιών που ξεκίνησαν από τα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας και πολιτισμού μέχρι τη στιγμή κατάληξής τους στο σπήλαιο της Βηθλεέμ.Ο προβληματισμός του Παρμενίδη καταδεικνύει ακριβώς το ταξίδι από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο και συγχρόνως μας αναγκάζει να δούμε την οντική ανάγκη ενανθρώπισης του Ιησού,που δεν είναι άλλη από την επιβεβλημένη εξωτερικοποίηση της απόλυτης εσωτερικότητας του Θεού.

Η ιστορική εξέλιξη-ή αντεξέλιξη-της εννοίας της τιμωρίας.


Ως γνωστόν ο σοφός Πλάτων στο διάλογό του Πρωταγόρας προχωρεί σε μία ολοκληρωμένη αλλά καινοφανή για τα δεδομένα της εποχής του θεωρία και άποψη γύρω από το θέμα της τιμωρίας.Ετυμολογικά το ρήμα τιμωρέω-ώ  σημαίνει βοηθώ και συνάδει απόλυτα με την Πλατωνική θεωρία της τιμωρίας.Διότι ο μέγας Αθηναίος φιλόσοφος αντιμετωπίζει το θέμα της τιμωρίας τελείως νοητικά.Θέλοντας να ξυπνήσει το βαθύτερο νού του κάθε ανθρώπου, αντιμετωπίζει την τιμωρία ως βοήθεια που αποσπά το Υποκείμενο από τη λήθη ,από το σπήλαιο που ευρίσκεται,και το προχωρεί σε καλύτερες και ανώτερες σε σχέση με το Αγαθό σκέψεις και πράξεις.Η φράση του Πλάτωνος στον Πρωταγόρα είναι σαφής: «Κανείς δεν τιμωρεί και δεν κολάζει τους ανθρώπους επειδή έκαναν αδικία και μόνο.Όποιος με αυτόν τον τρόπο τιμωρεί αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν τα άγρια θηρία.Τιμωρεί κανείς με λόγο προκειμένου να μην επαναληφθεί η άδικη πράξη και ο άνθρωπος να πράξει επιτέλους λογικά».Το αξιολοογικό βήμα που επιχειρείται είναι τεράστιο.Ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως έλλογη οντότητα,ως μία συνεχής πορεία σκέψης και πράξης του Καλού.Η τιμωρία είναι βοήθεια αφύπνισης νοητικής του εφησυχασμένου ανθρώπου ,η οποία τον βοηθά να ανακαλύπτει συνεχώς δυνάμεις και τρόπους μιάς καλύτερης και ανώτερης ζωής.
Επίσης ο Αριστοτέλης προτείνει ένα ολοκληρωμένο ηθικό σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αυτοσυνειδησία και στην αυτοεκτιμήση του ανθρώπου και βέβαια συνοψίζεται στη θεωρία του μεγάλου φιλοσόφου ότι τελικά υπάρχει σχέση ανάμεσα στην τιμωρία και στην κάθαρση.Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης προχωρεί πολύ μακριά στο θέμα της παραβατικής πράξης και της τιμωρίας.Διακρίνει την τιμωρία από τον κολασμό.

Η Διαλεκτική πορεία του Όντος, Βασιλείου Μακρυπούλια, Δωδώνη 2002.


Το   Έργο πραγματεύεται την διαλεκτικότητα του  Όντος. Όλα στηρίζονται στην κίνηση η  οποία διαφυλάσσεται μέσα από τις πολλές μεταβλητές και παραμέτρους που διαθέτουν οι οντότητες που συναποτελούν τον κόσμο μας. Υπό αυτή την έννοια η γνώση της ανθρώπινης αυτοδιαλεκτικής που μας χαρακτηρίζει μας  οδηγεί στην τελική αυτογνωσία μας.