Η σχέση της ηθοποιΐας και της θεωρίας των ιδεών του Πλάτωνος.


Δεν θα μπορούσαμε να αρχίσουμε την οποιαδήποτε συζήτηση για την ηθοποιΐα χωρίς να αναφέρουμε μέρη του Αριστοτελείου ορισμού για την τραγωδία(ούτως ή άλλως κάθε πρβληματισμός για την ηθοποιΐα σχετίζεται με την τραγωδία έκφραση της οποίας και είναι): «έστιν ούν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας…».Η λέξη μίμησις προϋποθέτει την ύπαρξη δύο επιπέδων.Ενός πρωταρχικού το οποίο είναι το μιμητέο και ενός άλλου το οποίο είναι αυτό που θα προκαλέσει την λειτουργία της μιμήσεως.Στην περίπτωσή μας και επί του ορισμού της τραγωδίας φαίνεται ότι τα επίπεδα αυτά είναι τα ακόλουθα.To πρώτο  είναι  το γνωσιολογικό ή ηθικό εκείνο στάδιο το οποίο προβάλλει ιδέες ή αξίες που είναι ικανές να λυτρώσουν τον άνθρωπο που παλεύει να δώσει υπαρξιακές και βιωματικές λύσεις στις γήϊνες αντιφάσεις του,στα γήϊνα προβλήματά του.Αυτές οι ιδέες ή αξίες ευρίσκονται σε ένα υπεργήϊνο στάδιο είναι οντότητες ουράνιες που υπερβαίνουν το μέσο άνθρωπο,ο τραγικός ήρωας καλείται να τις μεθέξει προκειμένου να επιτύχει ένα ανώτερο στάδιο ζωής,όπου η κάθαρση σημαίνει το τέλος σημαντικών ηθικών και γνωσιολογικών αντιμαχιών.
Το δεύτερο επίπεδο είναι το πραγματικό,αυτό εις το οποίο ευρίσκεται πραγματικώς ο άνθρωπος.Το επίπεδο αυτό είναι όμοιο με φυλακή,ο άνθρωπος πιέζεται από πολλά ηθικά και ιδεολογικά προβλήματα σε τέτοιο βαθμό ώστε το πρώτο επίπεδο να φαντάζει ως λύση στις ηθικές και γνωσιολογικές συγκρούσεις του.Το πρώτο επίπεδο είναι ιδεαλιστικό το δεύτερο είναι πραγματικό.Συζητούμε για έναν υφέρποντα δυαλισμό ο οποίος μάλλον εισήχθη στην Ελληνική πνευματική σκηνή μέσα από τον Ορφισμό αλλά κυρίως από τα έπη του Ομήρου.Ο άνθρωπος της τραγωδίας κινείται σε δύο επίπεδα,σε ένα ουράνιο και σε ένα γήϊνο.Ο Διογενής ομηρικός ήρωας πραγματώνεται στην τραγωδία.Στο μυαλό του τραγικού ήρωος υπάρχουν όλες εκείνες οι ιδεατές και ηθικές λύσεις που μπορεί να τον αποδεσμεύσουν από τη δύσκολη και ταραχώδη πραγματικότητα,αρκεί η πράξη να προχωρήσει σε συγκεκριμένες ηθικές λύσεις.Η Αντιγόνη με το μυαλό ζεί στις ουράνιες  ιδέες του Καλού και Ωραίου,με το σώμα στην αναγκαιότητα των ηθικών επί της γής πράξεων.Κατά κάποιον τρόπον προτυπώνεται από τον Όμηρο έως τα τραγικά ποιήματα η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνος.Όλα υπάρχουν στον ουρανό ,τίποτε δεν υπάρχει στον ουρανό χωρίς να πραγματώνεται στη γή,τίποτε δεν υπάρχει στη γή χωρίς να έχει την αντίστοιχη ιδέα του στον ουρανό.Όσα σκέφθηκε και έπραξε η Αντιγόνη,όσα ο Προμηθέας και ο Οιδίπους προϋπήρχαν στον ουρανό.Η Οιδιπόδειος αλήθεια πρώτα υπήρξε στον ουρανό ως αδήριτος αλήθεια και μετέπειτα εισήχθη στο νού του ανθρώπου Οιδίποδος.Οι αποφασιστικές πράξεις του Προμηθέως πρώτα ως ιδέες του Ωραίου και του Καλού υπήρχαν στον κόσμο του Τελείου και έπειτα πραγματώθηκαν από τον ευεργέτη Τιτάνα.Ας δούμε σε αντιστοιχία τα τρία παρακάτω χωρία από τον Όμηρο,το Σοφοκλή και τον Πλάτωνα προκειμένου να προχωρήσουμε στην περαιτέρω έρευνά μας.

Η Πλατωνική θεώρηση του Θείου.


Κάθε συζήτηση γύρω από την Πλατωνική θεώρηση και άποψη περί του Θείου κρίνεται ως σημαντική λόγω της προσωπικότητος του εκφραστού της, ο οποίος μέσα από τις απόψεις του έγινε σημείο κατατεθέν και για την ιστορία της φιλοσοφίας αλλά  και για τους ανθρώπους εκφραστές της.Αναφέρεται ότι: «Ο Πλάτων νοεί τον κόσμον ως έργον της θείας αγαθότητος .Είναι  μία εικών του θεού ή υιός μονογενής της θεότητος.Μία σφαίρα με κυκλική κίνηση ,δημιούργημα και είδωλο του νού.Ένας ζωντανός οργανισμός τάξεως,αρμονίας και ωραιότητος»(Κωσταράς.Φιλ.Γρ,1995,σελ.229).Οι πλατωνικές απόψεις περί του θείου σηματοδοτούν τι πραγματικά μέχρι σήμερα έχει συζητήσει ο άνθρωπος για το θεό και το θείο πρόσωπο.Κάθε συζήτηση για αυτό το θέμα οπωσδήποτε αναφέρεται άμεσα ή έμμεσα στις πλατωνικές συλλήψεις και σημειώσεις.Bέβαια πολύ σωστά σημειώνεται ότι ο Πλάτων είναι ορθολογιστής φιλόσοφος και σε καμμία των περιπτώσεων δογματικός θεολόγος(Π.Καλλιγάς,2012,σελ.17).
Αρνητικά εάν προσπαθούσαμε να αρχίσουμε την μικρή μας έρευνα για την Πλατωνική αντίληψη του θείου θα την ανιχνεύαμε στη συνήθη αντιπαλότητα με τους σοφιστές.Πράγματι οι σοφιστές με σφοδρότητα αντιπάλευαν κάθε έννοια θρησκείας,θεωρούσαν μάλιστα (όπως και ο Κριτίας1 αλλά και ο Κικέρων στο De natura deorum2)ότι οι θρησκείες είναι επινοήσεις πονηρών ανθρώπων.Ίσως οι ρίζες για όλα αυτά ανιχνεύονταν στο μεγάλο προσωκρατικό Ξενοφάνη ο οποίος με ιδιαίτερη δηκτικότητα επιτέθηκε στην αφέλεια των ανθρώπων να δημιουργούν και να ανακαλύπτουν συνεχώς θεούς:: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος όλα τα ανθρώπινα αισχρά τα ανέθεσαν στους θεούς….οι θνητοί φαντάζονται ότι οι θεοί έχουν φωνή και σώμα όμοιο με το δικό τους…..οι Αιθίοπες φαντάζονται τους θεούς τους μελαμψούς ενώ οι  Θράκες  ξανθούς…οι ίπποι ως ίππους θα είχαν τους θεούς τους εάν μπορούσαν να το γράψουν…».(166 Fr, 11,Sextus).Επίσης ο Ηράκλειτος σε καμμία των περιπτώσεων δεν απηχούσε συμβατικές απόψεις περί του θείου.Ας θυμηθούμε μόνο το γνωστό απόφθεγμα: «Ο θεός είναι ημέρα και νύκτα,χειμώνας και καλοκαίρι,πόλεμος και ειρήνη…το σύνολο των αντιθέτων».(G.S.Kirk….1957,σελ.190).

Η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης στον «περί ειρήνης»λόγο του Ισοκράτους.


Αρχίζοντας ο σπουδαίος Ισοκράτης τον λόγο του περί  «ειρήνης»αναφέρεται στο ότι ομιλεί για όχι τυχαία ζητήματα,αλλά για ζητήματα που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων.Σημειώνει όμως ότι οι δημοκόποι  της Αρχαίας Αθήνας καλά κρατούσαν.Άνθρωποι με βλαβερές για την πόλη απόψεις επικρατούσαν ,επιβάλλοντας συνεχώς τις καταστροφικές απόψεις τους ενάντια σε απόψεις σωφρόνων και νουνεχών ανθρώπων.Ο Ισοκράτης αποφάσισε να ομιλήσει για την ειρήνη όχι ως στατική κατάσταση αλλά ως κυρίως δυναμική και εξελικτική κατάσταση που θα προωθήσει αποφασιστικά την Αθηναϊκή πολιτεία σε όλα τα επίπεδα.
Υποστηρίζει λοιπόν ότι πρέπει να επιτευχθεί ειρήνη στο Δήμο όχι απλά επειδή φοβείται την κατάσταση του πολέμου,αλλά πολύ απλά επειδή θεωρεί ότι αυτή η κατάσταση τελείωσε πλέον και ήλθε η ώρα η Αθηναϊκή πόλις ειρηνικά να χαρεί και περαιτέρω να δημιουργήσει τα επίχειρα των τόσων επιτευγμάτων της(αν και οι τότε χρονικές συγκυρίες δεν ήταν οι καλλίτερες για την πόλη).Ο ρήτορας λοιπόν συμβουλεύει τους συμπολίτες του να εφαρμόσουν τις συνθήκες οι οποίες συζητούν για ελεύθερα κράτη ,για την Ελληνική αυτονομία ,ειδικά ανάμεσα σε όλες τις πόλεις  και στον Πέρση Βασιλέα.Τα καλά της πλήρους ανεξαρτησίας και ειρήνης είναι πολλαπλά και σημαντικά για τον Αθηναίο  ρήτορα.
Συγκεκριμένα πιστεύει ότι η Αθήνα πλέον μπορεί να κερδίσει και να αυξήσει  την ασφάλειά της,οικονομική άνθιση,ομόνοια και υπόληψη από όλους τους Έλληνες.ΟΙ τέχνες και οι βιοτεχνίες θα αναπτυχθούν,θα διπλασιασθούν τα έσοδα της πόλης,θα επιστρέψουν μάλιστα στην Αθήνα οι έμποροι,οι ξένοι και οι μέτοικοι.Οι σύμμαχοι και πάλι θα εμπιστευτούν την Αθήνα όχι από φόβο αλλά  από εμπιστοσύνη.Το  επιχείρημα του ρήτορα είναι πράγματι πολύ απλό και πάντα επίκαιρο.Μετά από τόσους και τόσους πολέμους η Αθήνα είναι πλέον ικανή να διαχειρισθεί πλούτο,πλουτοπαραγωγικές πηγές , πνευματικά και υλικά αγαθά.Δεν θα πρέπει  να συνεχίσει τους πολέμους.Η ειρήνη μπορεί να αναπτύξει όλα όσα η πόλη απέκτησε,ή σε χρόνους δύσκολους και πάλι να  τα αυξήσει περαιτέρω.

Το φιλοσοφικό κίνημα του Διαφωτισμού ως παράγων διαμόρφωσης της φιλοσοφίας της παιδείας έως τις ημέρες μας.




Μελετώντας τις βασικές θέσεις του Διαφωτισμού,εύκολα συμπεραίνουμε τις επιρροές τις οποίες έχει εξασκήσει διαχρονικά το φιλοσοφικό-κατά βάση –αυτό κίνημα στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα-της  Ευρώπης,της Ελλάδας.Η έμφαση και μόνο στην Απόλυτη θα λέγαμε Λογική ικανότητα του ανθρώπου-την οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν θεωρεί έμφυτη αλλά επίκτητα αναπτυσσομένη μέσα από την παρατήρηση,την εμπειρία και την απόδειξη-φανερά μας παραπέμπει στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα όπου-γενικά ας ομιλήσουμε-οι μαθητές  επισταμένως μαθαίνουν να αποδεικνύουν όσα μαθαίνουν αλλοιώς τίποτε δεν έχει καθολική ή τουλάχιστον χρηστική ισχύ για το σημερινό άτομο και την κοινωνία.Ας θυμήσουμε βέβαια σε αυτό το σημείο τον περίφημο ορισμό του Διαφωτισμού εκ μέρους του Κάντ(διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία ο ίδιος ευθύνεται(Ι.Κάντ,Απόκριση στο ερώτημα : τι είναι διαφωτισμός ).Επίσης  μέρος της  εισαγωγής  της   Ελληνικής Νομαρχίας  του Ανωνύμου του  Έλληνος : « Αναγνώστα  αγαπητέ ,όποιος κι αν είσαι ,σε παρακαλώ να στοχασθής αρκετά ,πρώτον μόνος σου την υπόθεσιν και έπειτα να αναγνώσης ταύτα τα υστερινά κατάβατά  του πονήματός μου ,να στοχασθής ,λέγω,ότι το πράγμα είναι κοινόν ,ότι η τιμή σου,η ευτυχία σου και η ζωή σου κρέμονται από τον ορθό στοχασμόν σου».
Η Λογική κατεύθυνση που επιχειρείται χαρακτηρίζεται από  την κυριαρχία ενός τύπου Λόγου ο οποίος δεν έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον  Ηρακλείτειο Λόγο ,ίσως κάποια περισσότερα χαρακτηριστικά έχει με τον Πλατωνικό αντίστοιχο.Τώρα ο Λόγος είναι αντι-ενορατικός,περισσότερο παραγωγικός,στηρίζεται στη βιωματική διαλεκτική στάση του Υποκειμένου με τον κόσμο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος χρειάζεται και πρέπει να ζήσει.

Βενιαμίν ο Λέσβιος.


Ο Βενιαμίν ο Λέσβιος,αυτός που από όλους μας είναι γνωστός ως ένας από τους σπουδαιοτέρους δασκάλους του Γένους έλκει την καταγωγή του από το Πλωμάρι της Μυτιλήνης ,γι αυτό εξάλλου ονομάζεται και Λέσβιος.Στα δεκαεπτά του χρόνια ο Βενιαμίν έγινε καλόγερος σε μοναστήρι στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας όπου ηγούμενος ήταν θείος του.Παρακολούθησε μαθήματα στην εκεί περίφημη σχολή ,μετέβη μάλιστα αργότερα και στην Ιταλία ,στο πανεπιστήμιο της Πίζας , προκειμένου να συμπληρώσει τις σπουδές του.Έπειτα από την Πίζα μετέβη στο Παρίσι όπου και φοίτησε στο εκεί υπάρχον Πολυτεχνείο.Κατά την παραμονή του στην πρωτεύουσα της Γαλλίας γνώρισε κορυφαίους εκφραστές του κινήματος  του Διαφωτισμού , γνώρισε τον Κοραή και εισήλθε στον κύκλο σπουδαίων πνευματικών προσωπικοτήτων της διασποράς.Σε αυτή τη χρονική στιγμή το πνεύμα του κινήθηκε πέρα από την εξ΄αποκαλύψεως αλήθεια της χριστιανικής θρησκείας σε μία λογική εκτίμηση του κόσμου και του επιστητού.Αγάπησε και εντρύφησε σε βάθος στις θετικές  επιστήμες,παρακολούθησε μαθήματα αστρονομίας στην Αγγλία,γύρισε μάλιστα στις Κυδωνίες όπου άρχισε να διδάσκει Φιλοσοφία,Άλγεβρα,Φυσική και Αστρονομία.Το Ελληνικό Έθνος χρειαζόταν το Λόγο ώστε να συνδεθεί με τις ρίζες του προκειμένου αποτινάσσοντας την οθωμανική σκλαβιά να οικοδομήσει ένα κράτος προόδου και ανάπτυξης.
Η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την οθωμανική αυτοκρατορία , έγινε μάλιστα διευθυντής στη σχολή την οποία και μετενόμασε σε Ακαδημία.Η Ακαδημία κατέστη μορφωτικό κέντρο της Ανατολής,άνθρωποι από παντού συνέρρεαν εκεί και προσέφερε πολλά στο φωτισμό του Γένους.Ο Δημαράς στο Νεοελληνικό Διαφωτισμό του γράφει ότι «η διδασκαλία και τα έργα του Βενιαμίν συνετέλεσαν εις την αφύπνισιν και την πνευματικήν προετοιμασίαν των Ελλήνων όχι μόνο διά την επανάστασιν αλλά και την αντιμετώπισιν της νέας πολιτειακής πραγματικότητας..».

Η προφητική σκέψη του Θουκυδίδη.


Η σημαντικότητα του έργου του Θουκυδίδου είναι γνωστή: « έγραψα την Ιστορία μου για να μείνει αιώνιο κτήμα των ανθρώπων» θα γράψει ό ίδιος. Άρα και όσα γράφει και όσα υπονοεί αποτελούν κτήμα ες αεί για όλους τους πολιτισμούς και για όλα τα κράτη και  τις πολιτείες, άρα και για τη σημερινή Ελλάδα. Ο Θουκυδίδης κατενόησε την έννοια της οικονομικής προόδου  της εποχής του η οποία σε κάθε περίπτωση αντικατόπτριζε την αντιπαλότητα των μεγάλων ηγεμονικών πόλεων-κρατών, της Αθήνας και της Σπάρτης κατά κύριο λόγο. Κατάλαβε  ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος θα ήταν ένας μεγάλος πόλεμος διότι αντανακλούσε τον πόλεμο  συμφερόντων ανάμεσα στην Σπάρτη και την Αθήνα και τους συμμάχους των. Ο μεγάλος ιστορικός είχε κατανοήσει το γεγονός ότι στην  εποχή του οι μικρές πόλεις είχαν  αντικατασταθεί από μεγάλες συμμαχίες οι οποίες σταδιακά θα επιζητούσαν την εξουσία διότι εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να διεκδικήσουν και περισσότερα πράγματα ζωτικής σημασίας και συμφέροντος.
Στο βαθμό εις τον οποίον ο A.Grossinsky διατείνεται (σωστά) ότι ο Θουκυδίδης έγραψε ένα ιστορικό και πολιτικό εγχειρίδιο ως κτήμα ες αεί, μέσα από το οποίο όλοι μπορούν  να προβλέψουν τα μελλούμενα (εσόμενα) κατανοούμε ότι μπορούμε μέσα από την ανάγνωση του έργου του να κατανοήσουμε την κίνηση την ιστορική της εποχής μας.Και σήμερα υπάρχει ένας καινούργιος πολιτικός κατά βάση μηχανισμός ( η Ευρωπαϊκή ένωση)η οποία στηρίζεται σε κριτήρια θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε κυρίως οικονομικά. Διότι –ειδκά στην εποχή μας –η κινητήρια δύναμη είναι η οικονομία, ως πηγή  της πολιτικής και εξουσιαστικής δυνάμεως. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη η Ευρωπαϊκή Ένωση ως πεδίο ανταγωνισμού και προσπάθειας οικονομικής επικράτησης του ισχυροτέρου θα κατασταλάξει ως κράτος και πολιτειακή κατάσταση όταν ο  ισχυρότερος επικρατήσει και επιβάλει το οικονομικό του και πολιτικό status quo. Όπως συνέβη με τον Πελοποννησιακό πόλεμο και την επικράτηση της Σπάρτης. Τα ίδια συμφέροντα επικράτησης, οικονομικού πολέμου  και ανταγωνισμού υπάρχουν και στο ευρωπαϊκό σημερινό κράτος μέρος του οποίου είναι η Ελλάδα.Βέβαια όλοι γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο η νικήτρια Σπάρτη συμπεριφέρθηκε στην Αθήνα, όλοι γνωρίζουμε το καθεστώς των τριάκοντα τυράννων, όλοι επίσης μπορούμε να κάνουμε τις απαραίτητες ιστορικές συγκρούσεις και  αναλογίες με  τη σημερινή εποχή και να φαντασθούμε τις  ανάλογες ιστορικές ομοιότητες ή διαφορές που γεννώνται.

Ιουλιανός ο Έλλην.


Eάν υπάρχει ένα προσωνύμιο το οποίο και ταιριάζει στον Ιουλιανό αυτό δεν είναι βέβαια το «παραβάτης» αλλά το «Έλλην».Ο Ιουλιανός (Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός)ήταν αυτοκράτορας κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, λαμπρός Έλλην φιλόσοφος και συγγραφέας στην Ελληνική Γλώσσα. Αναφέρει χαρακτηριστικά γι αυτόν ο Ζώσιμος στην ιστορία του «Φλωρεντίω της αυλής εν τοις υπέρ τας Άλπεις έθνεσιν υπάρχω γενομένω κατά τους χρόνους εν οις Ιουλιανός ο Μέγας την του Καίσαρος είχε τιμήν». Παραθέτουμε αυτό το χωρίο προκειμένου να υπενθυμίσουμε  ότι ήδη εκλήθη ο Ιουλιανός Μέγας και για όσα έπραξε αλλά και για όσα εφιλοσόφησε. Θεωρούμε ότι η Εκκλησία του προσέδωσε το προσωνύμιο «παραβάτης» (εάν του το έδωσε) διότι βέβαια ήταν ο μόνος Εθνικός αυτοκράτορας στη μακραίωνη ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η προσπάθεια συνταύτισης της ιστορίας του Βυζαντίου με το χριστιανικό του χαρακτήρα αποτελεί ίσως την πρώτη προσπάθεια ταύτισης της πολιτικής και θρησκευτικής ταυτότητας μιάς αυτοκρατορίας,μιάς πολιτείας. Ποτέ έως εκείνη τη στιγμή δεν είχε υπάρξει συνειδητή προσπάθεια επιβολής θρησκευτικής ταυτότητας στους κατοίκους πόλεων και αυτοκρατοριών. Το Βυζάντιο για πρώτη φορά στην παγκόσμιο ιστορία(προλογίζοντας ίσως τον Λεβιάθαν του Χόμπς)  προσπαθεί να συνταιριάξει και να προκαθορίσει την πολιτική και θρησκευτική ταυτότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας.Ο Βυζαντινός υπήκοος θα πρέπει να είναι και χριστιανός. Σε κάθε περίπτωση δεν αντιλέγουμε ότι πάντα στον ρούν της ιστορίας οι εξουσιαστές προσπαθούσαν και θα προσπαθούν να ελέγξουν το θρησκευτικό αίσθημα των λαών που εξουσιάζουν. Πολλά τα παραδείγματα από τις αυτοκρατορίες της Παλαιάς Διαθήκης, έως τις αυτοκρατορίες των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όμως το πείραμα του Βυζαντίου διεκδικεί την παγκόσμιο πρωτοτυπία. Για πρώτη φορά έγινε συνειδητή εκπαιδευτική προσπάθεια οι άνθρωποι να ενωθούν ενώπιον ενός συγκεκριμένου προσωπικού θεού, διαλύοντας την απειρία και την ελευθερία του σκέπτεσθαι οντολογικώς σύμφωνα με τον Ελληνικό Λόγο.Για πρώτη φορά έγινε συνειδητή προσπάθεια οι άνθρωποι να ενωθούν νοητικά άρα και ηθικά έναντι του προσωπικού θεού της Καινής Διαθήκης, καταρρίπτοντας ολόκληρο τον τρόπο σκέψης της ελευθέρας και οντολογικής σκέψης των Ελλήνων οι οποίοι ποτέ δεν προσπάθησαν να προσωποποιήσουν και να ηθικοποιήσουν και να λατρέψουν κανένα θεό, ατενίζοντας και περνώντας γνωσιολογικά ευχάριστα παρατηρώντας το άπειρο. Από αυτό μάλλον το σημείο εκκινεί η αντιδραστικότητα του Ιουλιανού στην εκχριστιανοποίηση του Βυζαντίου.

Aπό το Νίτσε έως το Ντεριντά. Η δυνατότητα της υπεράνθρωπης αποδόμησης.


Πίσω από κάθε φιλοσοφία ευρίσκεται μία εποχή, μία ιδέα, μία έννοια. Λές και το σύμπαν,το Είναι είναι ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας,όλα υπακούουν,από την πρώτη ιδέα έως την τελευταία αξία που αυτή καταλήγει, σε ένα σχέδιο. Πίσω από κάθε φιλόσοφο πίσω από κάθε φιλοσοφία ενυπάρχει μία αρχική και τελική ιδέα η οποία χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία τη συγκεκριμένη και την εποχή της. Ο Νίτσε και ο Ντεριντά φαίνεται ότι συνδέονται διά μέσου μίας κεντρικής ιδέας  η οποία ικανώς αναπτύσσεται στα συστήματά των. Η ιδέα της αποδόμησης(αποσύνθεσης) μάλλον χαρακτηρίζει και τους δύο αυτούς προικισμένους στοχαστές.
Ο Γεράσιμος Κακολύρης στο πόνημά του «Η πολιτική και ηθική σκέψη του Ζάκ Ντεριντά» ξεκινά με τον κεντρικό τίτλο: «Η αποδόμηση είναι η δικαιοσύνη: το ερώτημα του άλλου».(Όπως σημειώνεται υπάρχει επιρροή από τη Χαϊντεγγεριανή σειρά, δηλαδή την πορεία προς το Είναι η οποία σε κάθε περίπτωση στηρίζεται στην αποδόμηση του Ώδε-Είναι ως κυρίως υπομέρος του Είναι). Ο Κακολύρης αναφέρεται σε τρείς αποδομήσεις του Ντεριντά: στην αποδόμηση της παρουσίας, της διαφωράς,της ετερότητας οι οποίες αποτελούν την εκκίνηση της όλης σκέψης και ηθικής στάσης του  φιλοσόφου. Ο Γάλλος φιλόσοφος προσπαθεί να αποδομήσει θεμελιώδεις  έννοιες του πολιτισμού μας (όπως είναι το πρόσωπο, η παρουσία του προσώπου δίπλα μας) προκειμένου να ανοιχθεί μία οδός νέας θέασης και θεώρησης του Άλλου. Ο άλλος ή το άλλο μπορεί να είναι άνθρωπος, ζώο, κατάσταση, ιδιότητα, πράγμα, κατάκτηση, κακό ή καλό, σκέψη ή  πράξη. Ο Ντεριντά μέσα από την αποδόμηση προσπαθεί  να τονίσει μία μεγάλη αλήθεια, η οποία σιγοψιθυρίζεται  από όλους, αλλά πολύ σιγανόφωνα και δεν ακούγεται: Όλα είναι  κατάκτηση του ανθρωπίνου μυαλού, υποκειμενικά κτίρια, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν κτισθεί και αλλοιώς. Η αποδόμηση έχει και τη θετική αλλά και την αρνητική της πλευρά: Ίσως θα πρέπει να γκρεμισθεί ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το θεό και τη φύση και τον άνθρωπο προκειμένου να επανοικοδομήσουμε μία νέα ιδέα που θα οδηγήσει σε ένα νέο κόσμο και ένα καινό μοντέλο προσώπου και ανθρωπισμού.

H πολιτική θεολογία σήμερα.


Aυτό το οποίο γνωρίζουμε-εθιστικά ίσως – είναι η θεολογία η οποία έχει ως κέντρο της το Θεό,ως δύναμη, ενέργεια, τρόπο και σκοπό. Μία «θεϊστική θεολογία» θα λέγαμε. Ο Θεός σε αυτή τη Θεολογία κείται έξωθεν και μακριά  του ανθρώπου, αν κρίνουμε και από τη φράση του Δαμασκηνού(και όχι μόνον) «Θεόν ανθρώποις ιδείν αδύνατον». Επίσης ένα τεράστιο οντολογικό,γνωσιολογικό και ηθικό χάσμα χωρίζει το Θεό αυτής της παραδοσιακής θεολογίας από τον άνθρωπο, ο οποίος πασχίζει μέσα από τις  άκτιστες ενέργειες, τις θείες αποκαλύψεις αλλά και τον ηθικό τρόπο ζωής να προσπελάσει το θείο. Φαίνεται όμως ότι ειδικά μετά τα κινήματα της Αναγέννησης,Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού,μετά την εγκαθίδρυση επί της γής της έλλογης βασιλείας του ανθρώπου και του διακηρυσσομένου θανάτου του Θεού,ότι επεκράτησε μία διάδοχη θεολογία η περίφημη «πολιτική θεολογία».
Ο όρος «πολιτική θεολογία»πρωτοχρησιμοποιήθηκε στο ομώνυμο έργο του Carl Scmitt το 1922,χωρίς  βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε ψήγματα αυτής της θεολογίας σε προγενέστερα συγγράμματα και επιστημονικές δουλειές. Στο μικρό αλλά κλασσικό έργο του «πολιτική θεολογία» ο  συντηρητικός αυτός καθολικός θεολόγος υπεστήριξε ότι «όλες oι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες». Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει μόνο στον τομέα της ιστορικής ωρίμανσης όρων και εννοιών(π.χ ο παντοδύναμος θεός  στις θρησκείες της αποκαλύψεως μετεβλήθη σε παντοδύναμο νομοθέτη στα σύγχρονα κράτη δικαίου) αλλά και στον τομέα της λογικής επεξεργασίας των βασικών μεταβλητών των θελογιών αυτών( η βασιλεία των ουρανών στη θεϊστική  θεολογία μεταφέρεται στη γή στην πολιτική θεολογία. Τώρα μας ενδιαφέρει πώς ο παράδεισος μέσα από  τον άνθρωπο-θεό θα εγκατασταθεί στη  γή). Γι αυτό το λόγο η πολιτική θεολογία αντιστοιχεί τέλεια τις μεταβλητές της και τους όρους της με τους αντιστοίχους της θεϊστικής θεολογίας. Ας παρακολουθήσουμε αυτή την αντιστοιχία η οποία πράγματι παρουσιάζει αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο Μάρξ και η επανάσταση του 1821.


Aναφέρεται το εξής περιστατικό σε  ομιλία του Λένιν.Κάποτε ο πρωτεργάτης της Οκτωβριανής επανάστασης ομιλούσε σε ακροατήριο αναπτύσσοντας τις θέσεις του. Κάποιος από το ακροατήριο εμφανώς μάλλον ενοχλημένος, τον  διέκοψε λέγοντάς του ότι όσα λέει και ισχυρίζεται αντιβαίνουν στα γεγονότα. Ο Λένιν τον κοίταξε και νηφάλιος του απάντησε: «τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα». Σε κάθε περίπτωση είναι ίδιον χαρακτηριστικόν ανθρώπων που για λόγους διαφόρους θέλουν να επιβάλουν το λόγο τους και την πράξη τους, να υπερβαίνουν με λογικά άλματα την πραγματικότητα, προωθώντας και δογματίζοντας τις απόψεις τους. Σε κάθε περίπτωση πραγματικά θα πρέπει να κατανοήσουμε όμως σε βάθος το λόγο τους, ως αιτία, σκοπό και περιεχόμενο.Διότι ίσως οι αρχές τους να είναι πλέον ανελεύθερες σε σχέση με όσα διακηρύσσουν.
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Κεκαυμένο αυτός ο οποίος θέσπισε την 25η Μαρτίου ως ημέρα τιμής προς την έναρξη της  εθνικοαπλευθερωτικής επανάστασης των Ελλήνων στις απαρχές του 1820 δεν ήταν ο Όθωνας το 1838 αλλά ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, εκεί περί το 1820. Η εμμονή λοιπόν κάποιων δήθεν κουλτουριάρηδων(ανηκόντων στην αριστερά διανόηση) στη φιλολογία περί την  25ης Μαρτίου έχει χάσει πλέον το ενδιαφέρον της και την όποια ιστορική της αξία.
Ποια όμως ήταν η γνώμη του ιδίου του Καρόλου Μάρξ για την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821 και για την επαναστατική τόλμη των Ελλήνων αγωνιστών;(υπενθυμίζουμε ότι ο Κάρολος Μάρξ και ο Φρήντιχ Ένγκελς θεωρούνται ως δήθεν  υπερασπιστές των απανταχού ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των καταπιεζομένων συνανθρώπων των). Το πραγματικά αστείο είναι ότι οι εν Ελλάδι αριστεροί αγνοώντας τις θέσεις του Μάρξ για την Ελληνική Επανάσταση  κατηγορούν την Εκκλησία ότι δήθεν εναντιώθηκε στην εν λόγω επανάσταση. Μία ματιά όμως στο μνημειώδες βιβλίο του Παναγιώτη  Κονδύλη με τίτλο : «K.Marx-Fr.Engels,η Ελλάδα, η  Τουρκία και το Ανατολικό ζήτημα» ρίχνει άπλετο φώς στις θέσεις των ιδρυτών του επιστημονικού(λεγομένου) σοσιαλισμού όσον αφορά την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821.

Η δοκιμασία των Αρχαίων Ελλήνων βουλευτών.


Ο Λυσίας εις τον λόγον του  «Υπέρ Μαντιθέου»εξαίρει εμμέσως πλήν σαφώς τη σπουδαιότητα του θεσμού της δοκιμασίας για το δημοκρατικό πολίτευμα,βασικός σκοπός της οποίας ήταν η εφαρμογή της αξιοκρατίας στην ανάδειξη των κληρωτών αλλά και των αιρετών αρχόντων.Επισημαίνουμε ότι σε θέματα σημαντικά ισχύει το περίφημο σύνθημα ή όλα ή τίποτε-ας θυμηθούμε τη φράση του θεανθρώπου «έστω το ναι ναι και το ού ού»υπό την έννοια ότι όταν παίρνουμε από τους αρχαίους μας προγόνους την έννοια αλλά και την μίμηση της δημοκρατίας θα την ακολουθούμε ολοκληρωτικά,όχι και μόνο εκεί και σε θέματα που μας συμφέρει.
Η διαδικασία λοιπόν της δοκιμασίας ήταν απαραίτητη στην Αρχαία Ελληνική δημοκρατία για την ανάδειξη κάποιου σε Βουλευτή.Θα πρέπει οπωσδήποτε όμως να σημειώσουμε ότι στον χρυσό αιώνα του Περικλέους ο Βουλευτής ήταν ισχυρά σημειοδοτούμενη έννοια.Μάλιστα ο βουλευτής αποθεώθηκε μέσα από τα πολιτικά γραπτά του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους.Είναι αυτός ο οποίος βούλεται για το καλό της πόλεως-κράτους,είναι αυτός ο οποίος ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και προωθεί την κρίση υπέρ αυτού που συμφέρει την Πατρίδα του.Ο Βουλευτής στην Αρχαία Αθήνα ήταν ανάμεσα στη Γνώση και στην Αξία.Γνώριζε το Καλό και το έπραττε.Συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις της Πατρίδος του,ήταν πολεμιστής και στην Ειρήνη και στον Πόλεμο.Δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να ψηφίσει και να επιδιώξει κάτι ενάντια στην Πατρίδα του,για παράδειγμα μεγάλοι πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Σωκράτης και ο Θουκυδίδης ήταν και στρατηγοί και πολεμιστές όταν η Πατρίδα τους το ζήτησε.

Aπολλώνειος ο Τυανεύς: ο ξεχασμένος μύστης.


O Απολλώνειος ο Τυανεύς συνδέει τη γέννησή του με το φαινόμενο του Ευαγγελισμού. Λέγεται ότι πρίν από τη γέννησή  του  άγγελος ανήγγειλε τον έρχομό του στη μητέρα του. Γεννήθηκε σχεδόν στην ίδια χρονική στιγμή με τον Ιησού Χριστό, όπως και ο  Θεάνθρωπος παρόμοια και αυτός παρουσίασε εξαιρετική και πρόωρη ωρίμανση συνοδευομένη από γνώσεις και αρετές. Αμέσως μετά τη γέννησή του παραδίδεται ότι προετοιμάσθηκε πνευματικώς και ηθικώς προκειμένου να αρχίσει το  πνευματικώς και πρακτικώς ωφέλιμο έργο του.Η σειρά των γεγονότων  της ζωής του σε πολλά μας θυμίζει τον Ιησού: ο  Απολλώνειος παραδίδεται ότι δημόσια δίδαξε,  έπαθε, αναστήθηκε και ανελήφθη στους  ουρανούς.
Aναφέρεται ότι  και ο Απολλώνειος είχε μαθητές (οπαδούς), λόγω επίσης των εχθρών του μεταφερόταν αρκετά συχνά από μέρος σε μέρος. Συχνά οι μαθητές του απογοητεύονταν, επίσης παρουσιάσθηκαν και φαινόμενα προδοσίας. Όταν έφθασε ή ώρα του τελικού κινδύνου  ταξίδευσε στη Ρώμη όπου αυτοκράτωρ ήταν ο σκληρός Δομιτιανός. Ο Απολλώνειος κατηγορήθηκε στον αυτοκράτορα ότι προβαίνει σε πράξεις μαγείας και αγυρτείας χρησιμοποιώντας υπεργήϊνες δυνάμεις προκειμένου να παρασύρει και να χειραγωγεί τα πλήθη.
O Aπολλώνειος διέθετε ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα ( το οποίο αναφέρεται   και στην Καινή Διαθήκη για το πρόσωπο του Ιησού). Μπορούσε να ελέγξει τη ροή των καλών και των κακών πνευμάτων, καθοδηγώντας τα ωραία πνεύματα εντός του ανθρώπου και τα άσχημα πνεύματα εκτός των ανθρώπων.Eξιστορείται συγκεκριμένο γεγονός σύμφωνα με το οποίο ο Απολλώνειος ελευθέρωσε νεαρό εξ Αθηνών από τα πονηρά πνεύματα τα οποία τον διακατείχαν. Στη βιογραφία του (Φιλόστρατος) παραδίδεται ότι στη Ρώμη ο Τυανεύς ανέστησε νεαρό  κοράσιον το οποίο και το επανέφερε στη ζωή.

Γιατί καταδικάστηκε ο Ιησούς;


Αναμφίβολα έχουν γραφεί πολλά για την πλέον σημαντική δίκη ίσως όλων των  εποχών, αυτή του ιδίου του Υιού του Θεού. Θα ξεκινήσουμε αυτή την μικρή  έρευνα επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε ένα ερώτημα (σημαντικό κατά την άποψή μας). Γιατί ο Ιησούς υπέστη τη βάσανο μιας δίκης,γιατί «υποτάχθηκε» στη νομική εξουσία και στην ανάλογη διαδικασία του ρωμαϊκού κράτους; Τα ευαγγέλια μας δίδουν μία πρώτη απάντηση: Συγκεκριμένα στο Ματθαίον,ΚΣτ, αναφέρεται ότι κοντά στην εορτή του Πάσχα μαζεύθηκαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέως του λεγομένου Καϊάφα και ραδιουργούσαν προκειμένου να εύρουν δόλιο τρόπο σύλληψης και θανάτωσης του Ιησού. Φοβούνταν όμως την κατακραυγή του λαού διότι ίσως θεωρούνταν δολοφόνοι ενός αγαπητού ανθρώπου που τόσο θαυμασμό είχε προκαλέσει στα πλήθη. Ίσως λοιπόν ο Ιησούς υπέστη  τη δίκη υπό του ρωμαϊκού δικαίου προκειμένου οι γραμματείς και οι φαρισαίοι να νομιμοποιήσουν τα δόλια σχέδιά τους και κανείς να μην τολμήσει  να τους καταδιώξει μετά από το θάνατο του Ιησού.
Ο ίδιος όμως ο Ιησούς στο κατά Μάρκον ΙΔ προβαίνει σε μία αξιοπρόσεκτη αναφορά ( τονίζοντας έμμεσα ότι θα πρέπει να υποστή τη δίκη υπό του ρωμαϊκού δικαίου) : Συγκεκριμένα στον κήπο της Γεθσημανής, κατά τη στιγμή όπου ανακαλύπτει για τρίτη φορά τους μαθητές του καθεύδοντες, τους επιτιμά λέγοντας: «καθεύδετε λοιπόν και  αναπαύεσθε.Απέχει.Ήλθεν η ώρα.Ιδού παραδίδοται ο υιός του ανθρώπου εις τας  χείρας των  αμαρτωλών.Εγείρεσθε.Άγωμεν.Ιδού ο παραδιδούς με ήγγικε».Κατανοούμε τη νομοτέλεια της επερχομένης δίκης του Κυρίου, ο οποίος θεωρεί  ότι η σφραγίς του έργου του επί της γής θα επεβάλετο να είναι το μαρτύριό του.Ο Κύριος εγνώριζε ότι θα  έπρεπε να ακολουθήσει όλη την οδό προς το μαρτύριο. Την προδοσία, τη δίκη, την καταδίκη, τη σταύρωση και την Ανάσταση. Με αυτόν τον τρόπο το πρόσωπό του θα έδειχνε θείο και συνεπές στους ανθρώπους, άξιο μίμησης λόγω της συνέπειας λόγου και έργου.Σε κάθε περίπτωση η απλή δολοφονία του Ιησού  από τους δολίους εχθρούς του(Γραμματείς και Φαρισαίους) δεν θα προσέδιδε σε Αυτόν και την Αποστολή του τη συνέπεια και την επισημότητα  που θα προσέδιδε μία δίκη στο Πραιτώριο από τον απεσταλμένο του Αυτοκράτορος, του θείου Αυτοκράτορος.

Το σύστημα του Πλήθωνος, ως προάγγελος κάθε διαφωτισμού.


 

To σύστημα του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος, αναλύεται στο περισπούδαστο βιβλίο του «Νόμων Συγγραφή». Εκεί ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος  δεν απαρνείται  ουσιαστικά  το χριστιανισμό, αλλά αντιθέτως  προσπαθεί  να συνταιριάξει τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Oύτως ή άλλως ο Ελληνισμός για τον Έλληνα σοφό είναι ένα διαχρονικά ιδεατό και αξιακό μέγεθος, το  οποίο προσφέρει τις φιλοσοφικές του κατηγορίες και συλλήψεις σε ένακ κορυφαίο θεολογικό σύστημα όπως αυτό του χριστιανισμού.Σε κάθε περίπτωση  η εποχή του Πλήθωνος αποτελεί μία μεταβατική εποχή από τα μεσαιωνικά στα νεώτερα χρόνια. Αυτό αναλύεται φιλοσοφικά( έχοντας και στο νού μας τη στροφή της Δύσης προς την ΑρχαιοΕλληνικής έμπνευσης Αναγέννηση) μέσα από τη συνεχή της ανθρωπιστικής ανάδυσης του Πλατωνικού και Αριστοτελικού Λόγου. Ο χριστιανισμός σε κάθε περίπτωση μέσα από την ενανθρώπιση του Θείου Λόγου εσωτερικοποίησε την παράσταση του Θεού εντός του ανθρώπου μετουσιώνοντάς την σε ηθική αξία πράξης και μίμησης. Πλέον οι νοητικές κατηγορίες της πίστης και της θείας ανάμνησης αντικατέστησαν την καθαρή Πλατωνική και Αριστοτελική ανάμνηση και ενόραση αλλά και εμπειρική γνώση αντίστοιχα. Οι ηθικές  κατηγορίες της μίμησης του Θείου Λόγου και της πραξιακής ζωής –σε σχέση με το Θείο- ωρίμασαν την Πλατωνική και Αριστοτελική Ηθική του  Αφηρημένου Αγαθού και του Πρώτου Κινούντος Ακινήτου αντιστοίχως. Η εποχή  φάνταζε ώριμη προκειμένου μέσα από τον σώφρονα αξιακό και ιδεολογικό συγκρητισμό ο Ελληνισμός να λάβει τη θέση που του αρμόζει. Σε αυτό το σημείο εργάσθηκε ο Πλήθωνας. Έχοντας μελετήσει την αρχαία Ελληνική Ιστορία και φιλοσοφία φθάνει να θεωρεί τη συντηρητική βυζαντινή παράδοση και το θρησκευτικό σχολαστικισμό υπαιτίους για την κατάπτωση της αυτοκρατορίας. Οδηγείται σε μία αναπόφευκτη σύγκριση του ενδόξου παρελθόντος με το παρακμιακό παρόν που ζεί. Eξιδανικεύει το παρελθόν και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μόνη λύση είναι η επιστροφή στην αρχαιοελληνική αυθεντία. Επομένως οι  φιλοσοφικές και γενικότερα οι πνευματικές αναζητήσεις του έχουν ως αφετηρία την προσπάθεια εξεύρεσης λύσης  στα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, φιλοσοφικά, ηθικά και άλλα ζητήματα τα οποία σηματοδοτούσαν τη συνέχεια του πνευματικού και πραγματικού κόσμου της εποχής.

H απομάκρυνση του Θεού και ο κατακερματισμός του προσωπικού Υποκειμένου εις τη Δύση.



 

«Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον»ακούγεται από καλλίφωνους ιεροψάλτες στις ορθόδοξες εκκλησίες τις Άγιες ημέρες των Χριστουγέννων.Πράγματι ο «άναρχος κατά τον Πατέρα»καταδέχεται να φορέσει ανθρώπινον σαρκίον,να ενανθρωπισθεί,να αποκτήσει ανθρώπινη υπόσταση,και όλο αυτό το οντικό συμβάν ετοιμάζεται θεολογικά να φιλοξενηθεί κάτω από τη σπουδαία ορολογία «ενανθρώπιση του Κυρίου». Από καθαρά φιλοσοφική άποψη προαλείφεται το αξιολογικό-ίσως και γνωσιολογικό- όριο και ορόσημο –γέφυρα θα μπορούσε κάποιος να πεί-ανάμεσα στον αρχαίο κόσμο και στο νέο κόσμο του χριστιανικού προσώπου-το οποίο πάντως ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη γραμματειακή δημιουργία από την απίστευτη σύλληψη του Περσέα,μέχρι τη θαυματουργή έλευση του Όσιρι και των διαφόρων παράξενων οντοτήτων πολλών και διαφόρων μορφών ποικίλων κοσμοθεωριών-Βαβυλωνιακής,των Ατζέκων κ.ο.κ.

Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε ότι το χριστιανικό πρόσωπο ,το οποίο λαμβάνει την αξιακή του έκφραση και σημασία μέσα από την ενανθρώπιση του Ιησού,είναι το αποτέλεσμα διεργασιών που ξεκίνησαν από τα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας και πολιτισμού μέχρι τη στιγμή κατάληξής τους στο σπήλαιο της Βηθλεέμ.Ο προβληματισμός του Παρμενίδη καταδεικνύει ακριβώς το ταξίδι από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο και συγχρόνως μας αναγκάζει να δούμε την οντική ανάγκη ενανθρώπισης του Ιησού,που δεν είναι άλλη από την επιβεβλημένη εξωτερικοποίηση της απόλυτης εσωτερικότητας του Θεού.

Η ιστορική εξέλιξη-ή αντεξέλιξη-της εννοίας της τιμωρίας.


Ως γνωστόν ο σοφός Πλάτων στο διάλογό του Πρωταγόρας προχωρεί σε μία ολοκληρωμένη αλλά καινοφανή για τα δεδομένα της εποχής του θεωρία και άποψη γύρω από το θέμα της τιμωρίας.Ετυμολογικά το ρήμα τιμωρέω-ώ  σημαίνει βοηθώ και συνάδει απόλυτα με την Πλατωνική θεωρία της τιμωρίας.Διότι ο μέγας Αθηναίος φιλόσοφος αντιμετωπίζει το θέμα της τιμωρίας τελείως νοητικά.Θέλοντας να ξυπνήσει το βαθύτερο νού του κάθε ανθρώπου, αντιμετωπίζει την τιμωρία ως βοήθεια που αποσπά το Υποκείμενο από τη λήθη ,από το σπήλαιο που ευρίσκεται,και το προχωρεί σε καλύτερες και ανώτερες σε σχέση με το Αγαθό σκέψεις και πράξεις.Η φράση του Πλάτωνος στον Πρωταγόρα είναι σαφής: «Κανείς δεν τιμωρεί και δεν κολάζει τους ανθρώπους επειδή έκαναν αδικία και μόνο.Όποιος με αυτόν τον τρόπο τιμωρεί αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν τα άγρια θηρία.Τιμωρεί κανείς με λόγο προκειμένου να μην επαναληφθεί η άδικη πράξη και ο άνθρωπος να πράξει επιτέλους λογικά».Το αξιολοογικό βήμα που επιχειρείται είναι τεράστιο.Ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως έλλογη οντότητα,ως μία συνεχής πορεία σκέψης και πράξης του Καλού.Η τιμωρία είναι βοήθεια αφύπνισης νοητικής του εφησυχασμένου ανθρώπου ,η οποία τον βοηθά να ανακαλύπτει συνεχώς δυνάμεις και τρόπους μιάς καλύτερης και ανώτερης ζωής.
Επίσης ο Αριστοτέλης προτείνει ένα ολοκληρωμένο ηθικό σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αυτοσυνειδησία και στην αυτοεκτιμήση του ανθρώπου και βέβαια συνοψίζεται στη θεωρία του μεγάλου φιλοσόφου ότι τελικά υπάρχει σχέση ανάμεσα στην τιμωρία και στην κάθαρση.Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης προχωρεί πολύ μακριά στο θέμα της παραβατικής πράξης και της τιμωρίας.Διακρίνει την τιμωρία από τον κολασμό.

Η Διαλεκτική πορεία του Όντος, Βασιλείου Μακρυπούλια, Δωδώνη 2002.


Το   Έργο πραγματεύεται την διαλεκτικότητα του  Όντος. Όλα στηρίζονται στην κίνηση η  οποία διαφυλάσσεται μέσα από τις πολλές μεταβλητές και παραμέτρους που διαθέτουν οι οντότητες που συναποτελούν τον κόσμο μας. Υπό αυτή την έννοια η γνώση της ανθρώπινης αυτοδιαλεκτικής που μας χαρακτηρίζει μας  οδηγεί στην τελική αυτογνωσία μας.

David Hume: Μία πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Βασίλειος Μακρυπούλιας,εκδόσεις Ρώμη.


Παρουσίαση


                                                       
Στη σημερινή εποχή αυτό το έργο του Χιουμ -το οποίο γιατί όχι έχει και πολιτικές προεκτάσεις- είναι επίκαιρο. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να στηριχθεί στη συμπάθεια από άκρου εις άκρον της γης. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να ακτινοβολεί την ευχαρίστηση μέσα από την ωραία επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους και με την ευνομούμενη κοινωνία. Η σχέση του ανθρώπου με το κράτος είναι ηθική σχέση και αυτό το άνοιγμα της ηθικής που καταφέρνει ο Βρετανός φιλόσοφος είναι σπουδαίο επίτευγμα. Το κράτος που πείθει τον πολίτη είναι ηθικό, ο πολίτης που προσφέρει στο κράτος είναι ηθικός. Ο πολίτης που ευχαριστείται μέσα από την συμπάθειά του για τον άλλο είναι ηθικός, ο άλλος που επιστρέφει όλα αυτά είναι ηθικός. Τελικά η ηθική είναι η εμπειρία του ωραίου και του ευχάριστου. Αυτός ο εμπειρισμός του Βρετανού φιλοσόφου ίσως αποτελεί θεραπεία για τις αρνητικές εμπειρίες που εκπέμπει ο κόσμος μας. Ίσως μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο ανθρώπου και κράτους που θα εγγυηθούν την καλύτερη πορεία της ανθρωπότητας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

O Λόγος του Λιβανίου, υπέρ των Ελληνικών Ναών. To μεγαλείο της Φύσης και η προς μελέτη χριστιανική αντι-φυσιοκρατική θεοποίηση της σύγχρονης μεγαλούπολης.


O Λιβάνιος ήταν ο πολυγραφώτερος συγγραφέας της αρχαιότητος ο μεγαλύτερος σοφιστής και ρήτορας της εποχής του, το απόλυτο πρότυπο για τους μεταγενέστερους λογίους, ειδικά του Βυζαντίου( αφ΄ής στιγμής εκεί μετετέθη η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών). Ο Λιβάνιος ως δάσκαλος της σοφιστικής και της ρητορικής αφοσιώθηκε στη μελέτη των Ελληνικών γραμμάτων και του Ελληνικού τρόπου ζωής. Αυτό που πραγματικά προσπάθησε μέσα από το τεράστιο έργο του ήταν να θυμίζει σε όλους το μεγαλείο της σκέψης και της ζωής του Ελληνικού Λόγου. Με αυτό το σκεπτικό απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο μέσα από το Λόγο του «περί της τιμωρίας Ιουλιανού». Σε αυτό το λόγο του θεωρεί  ότι ο  Ιουλιανός δολοφονήθηκε από Ρωμαίο στρατιώτη ο οποίος ήταν καθοδηγούμενος από χριστιανούς. Ο Λιβάνιος ζητεί  να αποδοθεί δικαιοσύνη σημειώνοντας μάλιστα ότι μετά το θάνατο του Ιουλιανού η αυτοκρατορία γνώρισε πραγματικά άσχημες ημέρες. Επισημαίνει μάλιστα ότι οι μετέπειτα αυτοκράτορες που διαδέχθηκαν τον Ιουλιανό όχι μόο στάθηκαν ανίκανοι πολιτικά και στρατιωτικά αλλά κυβέρνησαν με όπλο τους την τρομοκρατία εξολοθρεύοντας «χιλιάδες διαπρεπείς πολίτες εθνικούς….». Αυτό που προσπάθησε να επιτύχει ο μεγάλος δάσκαλος των γραμμάτων  ήταν να καταδείξει στο Θεοδόσιο ότι οι έχοντες την Ελληνικήν παιδείαν  ήσαν απαραίτητοι στο Βυζαντινό κράτος διότι έφεραν μέσα τους ως παιδεία χρήσιμη για την πολιτιστική αλλά και οικονομική ανάπτυξη της Αυτοκρατορίας τη γνώση και την πράξη του αγαθού και του ωραίου.Απευθύνθηκε λοιπόν  προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο με το λόγο του «υπέρ των Ελληνικών ναών».
Σε αυτό το λόγο ο μέγας Έλλην ρήτωρ και σοφός υπενθυμίζει ότι οι Έλληνες μέσα στους ναούς των, οι οποίοι στόλιζαν μεγάλες πόλεις της αρχαιότητας, λάτρευαν με θετικό τρόπο ό,τι πίστευαν και προχωρούσαν σε ευγενείς πράξεις οι οποίες προέρχονταν από τις προτροπές των θεών των. Μας κάνει εντύπωση ότι ο ρήτορας δεν κατηγορεί ευθέως τον αυτοκράτορα για τις καταστροφές των Ελληνικών ναών,αλλά τους ιερείς για τους οποίους μάλιστα χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως βαρείς χαρακτηρισμούς.

H Aριστοτελική ουσία ως προάγγελος της χριστιανικής ουσίας.


Η συζήτηση γύρω από την ουσία όπως εξελίσσεται στα Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλους θέτει έναν πολύ συγκεκριμένο προβληματισμό. Είναι σαφές ότι ο Σταγειρίτης φιλόσοφος προέβη σε μία αποφασιστική και οντολογικά αφαιρετική κίνηση η οποία μάλλον σε πολλά επηρέασε τη χριστιανική διανόηση. Διαχώρισε το πνεύμα από την ύλη, το φαινόμενο από την εσωτερική δύναμη που το φέρνει στην ύπαρξη, το κινεί και το ωθεί προς το σκοπό του. Αναφέρεται στο μνημονευθέν έργο του Σταγειρίτου: «(980a) : Όλοι οι άνθρωποι εκ φύσεως επιθυμούν τη γνώση. Μία ένδειξη αυτού του γεγονότος είναι ο φωτισμός που λαμβάνουμε μέσα από τις αισθήσεις. Αυτές πέρα από τη χρησιμότητά τους αγαπώνται γι αυτό που είναι.Υπεράνω όλων επιθυμούμε την αίσθηση της  έμπνευσης….ο Λόγος είναι ότι αυτή περισσότερο από όλες τις άλλες  αισθήσεις  μας γνωστοποιεί και φέρει στο φώς πολλές διαφορές μεταξύ των πραγμάτων». Σε κάθε περίπτωση ο Σταγειρίτης κινείται  ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία που απαρτίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητα και στη χρησιμοποίησή τους αλλά και στη χρησιμότητά τους. Κινείται ανάμεσα στο πνεύμα και στην αίσθηση,στο μέσα και στο έξω, στο άπειρο που ποθεί να το καταστήσει κόσμο, κίνηση, εξήγηση και ενδελέχεια του πεπερασμένου. Η γνώση αναπαριστά τη γένεση μέσα μας  όλων  εκείνων των δυνάμεων και ενεργειών οι οποίες και θα μεταλλαχθούν σε ιδέες, αιτίες και παραστάσεις. Οι αισθήσεις δεν θα πρέπει να αφήνονται μόνο σε μία στείρα παρατήρηση αλλά επιτρέπεται τα δεδομένα να αλέθονται στον ανθρώπινο νού προκειμένου  να ερχόμαστε στις ποικίλες διαφορές των πραγμάτων. Άρα όλα είναι δυνάμεις σε καμμία περίπτωση τίποτε γύρω μας δεν είναι ό,τι φαίνεται. Σε κάθε περίπτωση το σωματικό μάτι φέρει στο πνευματικό μάτι το ερώτημα γιατί αυτό και πώς το άλλο; Μέσα από αυτή την ερωτηματοθεσία όχι μόνο ταξιθετούμε τον κόσμο αλλά θέτουμε και μία υπερβατική σειρά. Αυτή η σειρά αρχίζει από εμάς, οι αισθήσεις είναι η τροφή  του πνεύματος, ο κόσμος μπορεί να ηρεμήσει και να ξεφύγει από τον  εναγκαλιασμό του χάους, επίσης μπορούμε σε αυτούς τους διαχωρισμούς (αίσθηση-πνεύμα κ.λ.π) να ανακαλύψουμε και άλλους. Ο Αριστοτέλης με όπλο τη διαίρεση τέμνει το άπειρο σε μικρότερα κομμάτια,του χρειάζεται το κοντινότερο στον κόσμο μας άπειρο, ο κόσμος μας και ο άνθρωπος. Σε αυτή την τριάδα θα προσπαθήσει να δημιουργήσει το κορυφαίο πράγματι σύστημά του.